“Ἐὰν ἡ ἀνθρωπότητα διανύει μιὰ ‘παιδικὴ ἡλικία’ καὶ κατόπιν μιὰ ‘ὥριμη ἡλικία’ (καὶ λαμβάνουμε ὑπόψη τὸν μεταφορικὸ χαρακτῆρα αὐτῶν τῶν ἐκφράσεων), ὁ Σπινόζα θὰ ἔπρεπε ἀναγκαστικὰ νὰ εἶναι πιὸ ‘ὥριμος’ ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη. Ὅμως δὲν εἶναι. Αὐτὲς οἱ ἀποφάνσεις στεροῦνται νοήματος … (ἂν καὶ θὰ κάναμε καλὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἕνας φιλόσοφος ‘ἐπιστημονικῆς’ καὶ ὄχι ‘φιλολογικῆς’ προέλευσης, ὁ A. N. Whitehead, ἔγραψε ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ καταλάβουμε τὸ σύνολο τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας εἶναι νὰ τὴν θεωρήσουμε σὰν μιὰ σειρὰ ὑπομνηματισμῶν στὸ περιθώριο τοῦ κειμένου τοῦ Πλάτωνα)”.[413]

 

ΘΕΙΑ ΕΝΤΟΛΗ ὁδήγησε τὰ βήματα τῶν Ἀποστόλων συνεχῶς. Στὴν περίπτωση μόνο τῆς Ἑλλάδας ζητάει ρητὰ τὴν μύησή του ὁ ἴδιος ποὺ πρόκειται νὰ βαπτισθεῖ.

“Φανερώθηκε τὴν νύχτα στὸν Παῦλο ὅραμα. Ἄνδρας Μακεδόνας στεκόταν μπροστά του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας, ‘Πέρασε στὴν Μακεδονία καὶ βοήθησέ μας’.”[414]

Οἱ Ἕλληνες ἔφθασαν στὴν Τροία πολεμῶντας τὸ ἁρπακτικὸ ἔξω, καὶ ἡ ἁρπαγὴ τοὺς φανερώθηκε θάνατος μέσα καὶ ἔξω. “Δὲν εἶναι πιὰ ἀνάμεσα στοὺς Τρῶες καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς ἡ φρικτὴ μάχη”, ἀνακοινώνει ἡ λαβωμένη ἀπὸ τὸν Διομήδη Ἀφροδίτη, “ἤδη οἱ Δαναοὶ πολεμοῦν καὶ μὲ τοὺς ἀθάνατους”.[415] Στὸ στόμα τους ὁ Ὅμηρος ἦταν γλυκὸς σὰν τὸ μέλι, ἀλλὰ πίκραινε τὴν κοιλιά τους[416] — πρὶν καὶ πέρα ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο τοὺς ἕνωσε στὴν συνείδηση τῆς (πολιτικά, θρησκευτικὰ ἢ ὅπως ἀλλιῶς, ἀνυπέρβλητης) μεταθανάτιας διαίρεσής τους. Ὁ ἑλληνισμὸς γεννήθηκε ὡς αἴτημα Ἀνάστασης, καὶ ἡ Ἀνάσταση ὡς αἴτημα τῆς ἰσόθεης φιλίας τους.