Ο ΕΚΤΟΡΑΣ ἦταν ὁ τελευταῖος τῆς Τροίας ζωντανὸς στὴν ὀμορφιὰ τῆς Ἑλένης, γι’ αὐτὸ καὶ τελευταῖος ζωντανὸς στὴν ὀμορφιὰ τῶν Θεῶν, “ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κατοικοῦν τὴν Τροία ὁ πιὸ ἀγαπημένος τῶν Θεῶν”.[351] Ἐννιὰ χρόνια πολεμοῦσαν οἱ Δαναοὶ γιὰ τὴν Ἑλένη, ἐννιὰ μέρες νεῖκος ἐν ἀθανάτοισιν ὄρωρεν, “ξέσπασε πόλεμος ἀνάμεσα στοὺς ἀθάνατους γιὰ τὸν νεκρὸ τοῦ Ἕκτορα καὶ γιὰ τὸν πορθητὴ Ἀχιλλέα”,[352] γιατὶ “λυπόντουσαν οἱ μακάριοι Θεοί, βαθειὰ βλέποντας τὸν Ἕκτορα” νὰ τὸν κακοποιεῖ ὁ Ἀχιλλέας.[353]

Δὲν μποροῦσαν νὰ κλέψουν τὸν νεκρὸ ἀπὸ τὰ χέρια του,[354] μόνο νὰ τὸν ζητήσουν. Ἡ λύπη τους γίνεται αἴτημα καὶ ἀπειλή,[355] φωνὴ μητρικὴ μαζὶ καὶ θεία ἐντολή, προσωπικὴ παρουσία τῆς ἠθικῆς συνείδησης.[356] Ἡ μεταστροφὴ τοῦ Ἀχιλλέα ἀρχίζει τὴν ὥρα ποὺ ὁ σεβασμὸς γιὰ τὸ θεῖο θέλημα ὑπερισχύει τῆς ὀργῆς: “ἔτσι ἂς γίνει, ὁποιοσδήποτε φέρει λύτρα, αὐτὸς ἂς πάρει καὶ τὸν νεκρό, ἂν μὲ συνετὴ καρδιὰ τὸ ζητάει ὁ ἴδιος ὁ Δίας”.[357]

Ὁ σεβασμὸς δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ ὑπάρξει μεταστροφή, ἀπὸ μόνος του θὰ σήμαινε ἁπλῶς δικαιοπραξία. Ὡς πρὸς αὐτὸ σωστὰ ὁ Παπαρρηγόπουλος τονίζει τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἀγαπημένος τοῦ Δία Ἀχιλλέας δὲν ὑπακούει ἁπλῶς, ἀλλὰ γιατρεύεται ἡ καρδιά του, θερμαίνεται (θυμὸν ἰήνῃ) — πεφιδήσεται ἀνδρός: θὰ λυπηθεῖ τὸν ἄνθρωπο (τὸν πατέρα τοῦ Ἕκτορα) μὲ ὅλη τὴν ψυχή του.[358]

Μεταστροφὴ μπορεῖ νὰ συμβεῖ ἢ νὰ μὴ συμβεῖ. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀνακοινώνεται ἡ λύπη τῶν Θεῶν γιὰ τὸν Ἕκτορα, ἕως ὅτου ὁ Ἀχιλλέας ἀκούσει ὅ,τι ἔχει νὰ πεῖ ὁ Πρίαμος, μεσολαβοῦν περίπου 500 στίχοι ἀβεβαιότητας, ἂν πράγματι θὰ γιατρευτεῖ ἡ ψυχή του. Ὅμως δὲν λυπήθηκε τὸν Πρίαμο κυρίως. Ὁ Πρίαμος μὲ τὸν δικό του πόνο καθάρισε τὴν ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα, τὸν ἔστρεψε στὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν δικό του πατέρα (μέσα του “ξεσηκώνεται ὁρμὴ νὰ κλάψει γιὰ τὸν δικό του πατέρα”[359]) καὶ γιὰ τὸν Πάτροκλο. Ὁ Ἀχιλλέας δὲν συγκινήθηκε τόσο γιά τὸν Πρίαμο ὅσο μαζί του, “ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ γέροντα, τὸν ἀποτράβηξε ἥσυχα καὶ θυμήθηκαν οἱ δυό τους. Ὁ ἕνας μὲ δύναμη ἔκλαιγε γιὰ τὸν ἀντροφόνο Ἕκτορα πεσμένος στὰ πόδια τοῦ Ἀχιλλέα, κι ὁ Ἀχιλλέας ἔκλαιγε γιὰ τὸν δικό του πατέρα καὶ πάλι γιὰ τὸν Πάτροκλο”.[360] Μοιράστηκαν λοιπὸν τὸ δικό τους, τὸ ἀναγνώρισαν κοινόν, ἄνοιξαν καθένας τὴν ψυχή του στὸν ἄλλο.

 

ΣΕ ΤΕΝΤΩΜΕΝΟ σχοινὶ βαδίζει ἡ ψυχή, κι αὐτὸ ἡ σύνοψη τοῦ Παπαρρηγόπουλου τὸ προδίδει. Ὁ πόνος γιὰ τὴν Βρησηΐδα, ὁ πόνος γιὰ τὸν Πάτροκλο καὶ γιὰ κάθε φίλο εἶναι μοναδικός, δὲν πνίγεται στὰ δάκρυα μιᾶς ‘καθολικῆς συμπάθειας’. Γιατριὰ καὶ ζεστασιά, θάνατος τοῦ ἐγώ, δὲν εἶναι ἡ ἐκμηδένιση τῆς ψυχῆς. Ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἐπαφή τους, οὔτε ὁ Πρίαμος οὔτε ὁ Ἀχιλλέας δὲν λησμόνησαν τὸν Λόγο τους, χάρη στὸν ὁποῖο, ἄλλωστε, εἶχαν συναντηθεῖ, ὥστε μία μόνο ἐπανάληψη τῆς παράκλησης, ὑπενθύμιση μαζὶ καὶ ἐπανίδρυση τῆς μεταξύ τους ἀπόστασης, ἔφερε τὸν Ἀχιλλέα στὴν προηγούμενη ὀργή, σχεδὸν τελείως: “μή μ’ ἐρεθίζεις πάλι, γέρο· κι ἐγὼ θέλω νὰ σοῦ ἐλευθερώσω τὸν Ἕκτορα, καὶ ὁ Δίας μοῦ ἔστειλε ἄγγελο, τὴν ἴδια τὴν μητέρα μου … καὶ σὲ κατάλαβα, Πρίαμε, δὲν μοῦ διαφεύγει, κάποιος Θεὸς σὲ ὁδήγησε στὰ γρήγορα καράβια τῶν Ἀχαιῶν … μήν ἐξοργίζεις ὅμως ἄλλο τὴν ψυχή μου στοὺς πόνους της, γιατί, γέρο, οὔτε ἐσένα δὲν θ’ ἀφήσω ζωντανὸ μέσα στὴν σκηνή, κι ἂς εἶσαι ἱκέτης, καὶ τοῦ Δία τὶς ἐντολὲς θὰ τὶς παραβῶ”.[361]