“Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος”, ἐξομολογεῖται ὁ Παῦλος. Στὸν βαθμὸ ποὺ ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τῆς προσωπικῆς σχέσης καὶ οἰκειότητας, ἀνάγεται κανεὶς στὸν Λόγο ποὺ τὸν καλεῖ στὸν θάνατό του, ἔτσι ἐξερχόμενος ἀπὸ τὸν χρόνο, ἐνδέχεται καὶ ἀκουσίως — ὄχι ἐπειδὴ τὸ ἐδῶ καὶ τώρα παρέρχεται οὔτε ἐπειδὴ ἀποφάσισε νὰ τὸ σπρώχνει. Ἡ χριστιανικὴ ὅπως ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μελέτη θανάτου δὲν εἶναι γιόγκα, δὲν εἶναι μιὰ “συστηματικὴ προετοιμασία τοῦ σώματος στὸ νὰ συνεργασθεῖ γιὰ τὴν αὐτοκαταστροφή του, μὲ τὶς ἐντολὲς τῆς θέλησης καὶ σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαβαθμισμένα στάδια … μιὰ ἐπικίνδυνη ἀποστολὴ ποὺ ἴσως ἀποβεῖ μοιραία”,[365] ἀλλὰ εἶναι κοινὴ προσπάθεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, μαζὶ διασχίζοντας τὴν ἔρημο ποὺ γεννάει ἡ ἁμαρτία, ἐλπίζοντας νὰ συναντηθοῦν: προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀφουγγραστεῖ τὸν Λόγο, κι Ἐκεῖνος βοηθῶντας τὴν ἀκοὴ νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό Του.