ΣΩΣΤΑ ὁμολογεῖται πὼς ἡ φιλοσοφία γεννήθηκε στὴν Ἑλλάδα, πὼς δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν νοεῖται ἰνδική, κινεζικὴ ἢ ἄλλη φιλοσοφία, μολονότι ὁ λόγος τῆς διακρίσεως δὲν ἔχω δεῖ νὰ ἀναγνωρίζεται σωστά.[376] Φιλοσοφία σημαίνει ὅτι τὰ πάντα ἔχουν τεθεῖ ὑπὸ διερώτηση, ὅμως ἀνακρίνονται ἀπὸ τὴν σοφία τῆς φιλίας, ἡ ὁποία γίνεται ἐπίσης φιλία τῆς σοφίας: ἡ φιλοσοφία ἔχει καὶ ἀπαιτεῖ ὡς φυσικὸ προορισμό της τοὐλάχιστον τὴν σοφία τῆς ἀρχῆς της.[377]

Δὲν εἶναι τυχαῖο πὼς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, “μόνο αὐτοὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς λαοὺς ἔχουν νὰ παρουσιάσουν μιὰ βαθειά, πολύπλευρη, φιλοσοφικὴ συζήτηση τῆς φιλίας”,[378] ἀπροϋπόθετη στὸν συλλογισμὸ ὡς τέτοιο, δὲν ἔχει ὡς ἀρχή της κανένα ἀξίωμα ἢ κανόνα, ὅμως ἀρχίζει ἀπὸ φιλία γιὰ τὴν σοφία, δηλαδὴ ἀρχίζει, συνεχίζει καὶ τελειοποιεῖται μέσα σὲ ὁρμὴ ἑνότητας μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἀπερινόητο τῆς φιλίας της. Ἂν ἡ θέληση γιὰ γνώση δὲν ριζώνει στὴν ἀεικίνητη στάση καὶ στάσιμη ταυτοκινησία[379] τῆς μεγαλύτερης δυνατῆς φιλίας, τότε συμβαίνει ὡς ἀπομίμηση φιλοσοφίας, ἐπιστημοφανὴς ἢ μή, καὶ ποτέ δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρει ἀρκετά — ἀλλιῶς κερδίζει τὴν φιλία ἐπίσης καὶ ἀσύγκριτα περισσότερο, στὴν ὁποία ἱδρύεται.

Τὸ ὄνομα τῆς φιλοσοφίας εἶναι ἀμετάφραστο, ὁ δὲ μεταγραμματισμὸς τῶν philosophia, philosophy, κλπ, τὸ μόνο πραγματικὸ ποὺ δηλώνει εἶναι τὴν ἀνάγκη νὰ ἀνατρέχει κανεὶς στὸν ἑλληνικὸ ὅρο. Τί μπορεῖ νὰ σημαίνει γιὰ τὸν ἀγγλόφωνο, πόσο βαθειὰ μπορεῖ νὰ μιλάει στὴν ψυχή του ἡ philosophy, ὅταν ἡ γλῶσσα του ἀντὶ φιλίας ἔχει friendship ἢ love, καὶ ἀντὶ σοφίας ἔχει wisdom ἢ sapience, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὰ καὶ τὰ συνώνυμα δὲν εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως κανένα ἱκανὸ νὰ ἑνωθεῖ μὲ κανένα σὲ μία λέξη, ὁπότε κρίθηκε ἀναγκαῖος ὁ μεταγραμματισμὸς τῆς ἑλληνικῆς; Τί σημαίνει τὸ harmony, ὅταν στὴν γλῶσσα ποὺ τὸ πῆρε, δὲν ἔχει οὔτε ἁρμοὺς οὔτε μονή; Εἰσάγεται λοιπὸν στὴν θέση τῆς ἴδιας τῆς ἁρμονίας τέλειο σύμβολο ψεύδους, τὸ ἀκριβὲς ἀντίθετό της, ἕνα διαλυόμενο μηδέν… Εἶναι καὶ Λέγειν παίρνουν διαζύγιο, καὶ ἡ διάλυση ἀνάγεται σὲ ἐπιστήμη, ὅτι δὲν μιλᾶμε τὴν γλῶσσα ἀλλὰ ἡ γλῶσσα μᾶς μιλάει, κτὅ.

Ἂν ἡ ἁρμονία εἶναι λέξη–καρδιὰ τῆς γλώσσας, τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Πόσο ὑπαρκτὴ μπορεῖ νὰ προκύπτει ἡ φιλοσοφικὴ κίνηση σὲ μιὰ πνευματικότητα ὅπου ὁ ἄνθρωπος (ἄνθιση, ἄνω, ὄψη, πρόσωπο…[380]) ἔχει θεωρηθεῖ man καὶ human, ὅπου ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ ἀνθρωπιὰ ἀνήκουν στὸ ἀσήμαντο χῶμα — humus, humilitas, humanitas… “Ὅ,τι κι ἂν θέλουμε νὰ πιστεύουμε, εἴμαστε πλάσματα τῆς γῆς … ἀπὸ τὴν γῆ παίρνουμε τὴν τροφή μας, ὅπως τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα”, γράφει ὁ Ράσσελ μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα ποὺ διαπερνάει τὰ λατινικά.[381]

Τὰ ἀγγλικὰ δὲν χρειάζονταν τὴν harmony, οὔτε τὰ λατινικὰ τὴν harmonia — χρειάζονταν νὰ εἶναι ἄλλες γλῶσσες, ὅπως ἀκριβῶς τὸ λέει ὁ Ἔκκαρτ: “μήν ἀνησυχοῦμε τόσο τί πρέπει νὰ κάνουμε, ἀλλὰ νὰ ἀνησυχοῦμε μᾶλλον τί εἴμαστε … Ὅσοι δὲν ζοῦν σημαντικά, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν ἀξίζει ὅσο τὸ τίποτα”.[382]

Ἔτσι ἔγινε δυνατὴ καὶ αὐτονόητη ἡ ἴδια ἡ παράνοια, νομίζοντας φιλοσοφικὴ τὴν ἁπλὴ διασφάλιση ἀποδείξεως καὶ μάλιστα σὲ κάθε ζήτηση ὁποιαδήποτε, ἀπὸ ναυπηγικῆς μέχρι μεταφυσικῆς, διακηρύσσοντας ὅτι αὐτὸ εἶναι ὁ ἑλληνικὸς τρόπος… “Σὲ κάθε γνωστικὸ τομέα, ἤ, γιὰ νὰ τὸ θέσω μὲ τὸν ἑλληνικὸ τρόπο, σὲ ὅλη τὴν φιλοσοφία…”, λέει ὁ Βιλαμόβιτς.[383] “Στὴν ἑλληνικὴ παράδοση ταυτίζονται ὁ ὑπολογισμὸς καὶ ὁ στοχασμός”, νομίζει πὼς ἐξηγεῖ ἡ Ρομιγύ.[384] Τὰ παραδείγματα πολλαπλασιάζονται ἄνετα.