“Σχεδὸν κανεὶς δὲν τοὺς καταλαβαίνει, ὅσους ἀγγίζουν τὴν φιλοσοφία σωστά, πὼς τίποτε ἄλλο δὲν ἐργάζονται, παρὰ μόνο τὸ νὰ πεθαίνουν καὶ νὰ ἔχουν πεθάνει”, εἰδοποιεῖ ὁ Πλάτων.[349] Ἡ ἐργασία τοῦ Ἀχιλλέα καρποφοροῦσε, ὅταν ἄρχισε νὰ βλέπει ὅτι πέρα ἀπὸ τὴν περιφρόνηση τοῦ ἅδη ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισή του ὡς κοινοῦ ἀνθρώπινου πόνου. Ὅταν κλήθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν νηπιακὴ ἀφέλεια, ἀθῶα στὴν φιλία της ὅσο στὴν σκληρότητά της, ὁ Ἀχιλλέας μεγάλωνε τὴν ἀνδρεία του καὶ τελειοποιοῦσε τὸν θάνατό του.

“Δὲν ἀρκέσθηκε νὰ σκοτώσει τὸν Ἕκτορα, ἀλλὰ καὶ τρύπησε τὸ κάτω μέρος τῶν ποδιῶν τοῦ νεκροῦ, τὰ ἔδεσε μὲ λουριὰ στὸν δίφρο τοῦ ἅρματος, ὥστε ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ χαίτη σέρνονταν στὴ γῆ. Δὲν κορέσθηκε οὔτε ἀπὸ αὐτὴ τὴν τιμωρία, ἀλλὰ θυσίασε ἐπάνω στὴν πυρὰ τοῦ Πάτροκλου δώδεκα ἄλλους Τρῶες αἰχμαλώτους — ὅταν ξαφνικὰ παρουσιάστηκε μπροστά του ὁ Πρίαμος, ὁ πατέρας τοῦ ἀπεχθοῦς ἀντιπάλου, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ πολυαγαπημένο λείψανο. Παρουσιάστηκε ὁ Πρίαμος· καὶ ὁ Ἀχιλλέας, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ λίγο ἔλεγε στὸν Ἕκτορα ὅτι θὰ ἔτρωγε ὠμὲς τὶς σάρκες του· ὁ ὁποῖος ὀρκιζόταν ὅτι ὁσαδήποτε λύτρα καὶ ἂν τοῦ προσφέρουν, οὐδέποτε θὰ ἔδινε τὸν νεκρὸ στοὺς γονεῖς, ὁ ἴδιος αὐτὸς Ἀχιλλέας μόλις εἶδε τὸν γηραιό, ἀτυχῆ, ταπεινωμένο πατέρα, συγκινεῖται καὶ λησμονεῖ τὴν ἐκδίκηση καὶ κλαίει μαζὶ μὲ τὸν ἱκέτη. Ἀποδίδει δὲ τὸν Ἕκτορα μὲ κάθε τιμή, κι ἐν τῶ μεταξὺ περιθάλπει συμπονετικὰ τὸν γέροντα”.[350]