Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ σημειώνει ὅτι στὸν Ἀχιλλέα καὶ τοὺς συμπολῖτες του ἀναγνώριζε ὁ Ὅμηρος τὴν καρδιὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀπ’ ὅπου ὀνομάστηκαν Ἕλληνες καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἑλληνόφωνα φῦλα: “πουθενά δὲν τοὺς ὀνόμασε ὅλους Ἕλληνες, οὔτε κάποιους ἄλλους, παρὰ μόνο ὅσους ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Ἀχιλλέα ἀπὸ τὴν Φθιώτιδα. Αὐτοὶ ἦταν οἱ πρῶτοι Ἕλληνες … Καθένας στὶς διάφορες πόλεις ἀναγνωρίζονταν μεταξύ τους ὡς Ἕλληνες καὶ ὅλοι κατόπιν ἔτσι ὀνομάστηκαν, ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ τοὺς τρωϊκοὺς πολέμους δὲν εἶχαν κάνει τίποτα ὅλοι μαζί, ἐπειδὴ ἦταν ἀνίσχυροι καὶ δὲν ἀναμιγνύονταν”.[238]

Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος Ἕλληνες παραμένει ἀβέβαιη, ἀλλὰ φαίνεται νὰ ὑπερισχύει ἱερατικὴ καὶ ἀσκητικὴ σημασία, ἄλλωστε βέβαιη ἱστορικά.

“Δὲν εἶναι εὔκολη ἡ ἐπιλογὴ ἀνάμεσα σ’ ἕνα πλῆθος πιθανῶν ἐτυμολογικῶν ριζῶν τοῦ ὀνόματος: σαλ, προσεύχεσθαι (Σελλοί)· σαλ, ξηραίνεσθαι (Σελινοῦς)· ελλ, ὀρεινός· σελ, φωτίζειν (σέλας, ἥλιος) … Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητο, διότι ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ὅλη τὴν ἀρχαία ἱστορικὴ παράδοση, εἶναι ὅτι τὸ φῦλο τῶν Ἑλλήνων συνδέεται μὲ τοὺς Σελλούς, τοὺς ἱερεῖς τῆς Δωδώνης στὴν Ἤπειρο. Ὁ Ὅμηρος παρουσιάζει τὸν ἡγεμόνα τῶν Ἑλλήνων Ἀχιλλέα νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Δωδωναῖο Δία ὡς προγονικὸ Θεό — ‘Ζεῦ ἄνα, Δωδωναῖε, Πελασγικέ,[[239]] τηλόθι ναίων, / Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου· ἀμφὶ δὲ Σελλοὶ / σοὶ ναίουσ’ ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι’ (Π 233–5)”.[240]

Σημειώσεις

238 Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, βιβλ. 1, κεφ. 3, ἑν. 3–4· πρβλ. τὸν Χρήστου, Οἱ περιπέτειες τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων τῶν Ἑλλήνων, ὅ.π., σ. 39, γιὰ τὶς μεταγενέστερες ἐξελίξεις: “ἂν καὶ τὰ προηγούμενα ἑλληνικὰ φῦλα εἶχαν ἐπεκταθεῖ ἀρκετὰ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς καθ’ αὐτὸ Ἑλλάδος, στὰ νησιὰ καὶ τὶς μικρασιατικὲς ἀκτές, ἡ κάθοδος τῶν Δωριέων [τὸν καιρὸ ποὺ οἱ ἡγεμόνες ἀπουσίαζαν στὸν τρωϊκὸ πόλεμο] προεκάλεσε νέα ἐπέκταση τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ τώρα γιὰ πρώτη φορὰ καὶ πρὸς τὴ Δύση. Καὶ ὁπωσδήποτε ἔδωσε τὴν ὁριστικὴ ἐθνολογικὴ διαμόρφωση στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο. Οἱ μεταγενέστερες περιπέτειες μπορεῖ νὰ ἐξαφάνισαν τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο ἀπὸ τὶς παρυφὲς τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου — χαρακτηριστικῶς τὶς μεγαλύτερες ἀπώλειες ὑπέστη τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο κατὰ τὸν 7ο αἰῶνα μ.Χ. (Λιβύη, Αἴγυπτος, Παλαιστίνη, Συρία, βόρειες ἀκτὲς Εὐξείνου Πόντου) καὶ τὸν 20ὸ (στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὶς ὑπερόριες περιοχὲς τῆς Θράκης, Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου) —, ἀλλὰ καμμιὰ νεώτερη διείσδυση δὲν ἐπέφερε σημαντικὲς ἀλλοιώσεις στὸν ἐθνολογικὸ χάρτη τοῦ κέντρου.”

239 “Τὸ ὄνομα Πελασγοὶ καλύπτει τὰ περισσότερα πρωτοελληνικὰ φῦλα ποὺ κατέβηκαν στὴν Χερσόνησο τοῦ Αἵμου καὶ στὴν καθ’ αὐτὸ Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν ἀπ’ αὐτοὺς Πελασγία. Ἔλαβαν μέρος στὴν ἀνάπτυξη τοῦ Μινωϊκοῦ καὶ τοῦ Μυκηναϊκοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἀργότερα μερικὰ ἀποσπάσματά τους ἀνέπτυξαν χωριστὰ δικούς τους πολιτισμούς· οἱ Τρῶες, οἱ Τυρσηνοί, οἱ Φιλισταῖοι, οἱ Φοίνικες, ἀνάμικτοι μὲ ἐντοπίους πληθυσμούς” — Χρήστου, Οἱ περιπέτειες τῶν ἐθνικῶν ὀνομάτων τῶν Ἑλλήνων, ὅ.π., σ. 27.

240 Χρήστου, Οἱ περιπέτειες…, ὅ.π., σελ. 40–41. Πρβλ. τὸν Τίμαιο τοῦ Πλάτωνα (24a), καὶ τὴν ἀναφορὰ στὸ ἱερὸ τοῦ Δωδωναίου Δία, στὸν Φαῖδρο (275b). Τὸ ὄνομα Γραικὸς ἐπίσης ἀνάγεται στοὺς ἱερεῖς τῆς Δωδώνης, ἐνῷ μυθολογικά, καὶ “ὁ Γραικὸς γενεαλογεῖται, ὅπως ὁ Ἕλλην, ἀπὸ τὸν Δευκαλίωνα, ἢ θεωρεῖται ἀδελφὸς τοῦ Λατίνου. Τὸ ὄνομα φαίνεται νὰ ἔχει σχέση μὲ τὴν λέξη γηραιός” (Χρήστου, Οἱ περιπέτειες…, ὅ.π., σ. 105). Καὶ ὅπως “τὸ ὄνομα Γραικοὶ … ἐπιχωρίαζε στὴν Ἤπειρο καὶ τὸ παρέλαβαν οἱ Λατῖνοι ποὺ διὰ τῆς Ἠπείρου γιὰ πρώτη φορὰ ἔρχονταν σ’ ἐπαφὴ μὲ τοὺς Ἕλληνες”, ἔτσι οἱ ἀνατολικοὶ λαοὶ “ἐπειδὴ ἦλθαν σ’ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀκραιφνεῖς Ἕλληνες γιὰ πρώτη φορὰ διὰ τῆς φυλῆς τῶν Ἰώνων, ἐχρησιμοποίησαν αὐτῶν τῶν τελευταίων ὡς κοινὸ ὄνομα γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἔθνος· Ἰωνύαν, Ἰαουναί, Ἰάουνα, Ἰουνά, Ἰουνάν” (Χρήστου, Οἱ περιπέτειες…, ὅ.π., σ. 51). Ὅμως “οἱ Τοῦρκοι, ποὺ ἐγνώρισαν τὸν ἑλληνισμὸ κατὰ πρῶτο διὰ τῆς ἐπαφῆς των μὲ τὸν πολιτικὸ ὀργανισμὸ τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, δηλαδὴ μὲ τὴν στρατιωτικὴ δύναμη καὶ τὴν διοίκηση, ὀνόμασαν τοὺς μὲν Ἕλληνες Ρούμ, ἂν καὶ διετήρησαν καὶ τὴν παλαιὰ ἀραβοπερσικὴ ὀνομασία Ἰουνὰν εἰδικῶς γιὰ τὸ γένος, τὴν δὲ χώρα τους Ρούμελη (Ροὺμ ἰλί, Χώρα τῶν Ρωμαίων) καὶ τὸ πατριαρχεῖο ρωμαϊκό” — Χρήστου, Οἱ περιπέτειες…, ὅ.π., σελ. 90–91.