ΜΕΤΑ τὴν ἀνακοίνωση αὐτή, ἡ Θέτις ἔφερε νέο χρησμό, τὸ σύμπαν πλασμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ στὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα. Ὁ Θεὸς βοηθὸς καὶ θάρρος, εὔχεται ὁ Παπαδιαμάντης.[342] Ἡ ἀσπίδα εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἀφήνει νὰ χτυπηθεῖ ὁ πολεμιστής, κι “ἀπὸ τὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα ξεχυνόταν λάμψη ποὺ ἔφτανε ὣς τὸν αἰθέρα”.[343] Γιὰ νὰ πεθάνει, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἔχασε τὸν Πάτροκλο, δὲν ἀρκεῖ οὔτε πὼς γνωρίζει ὅτι θὰ πεθάνει καὶ μάλιστα τὸ θέλει — πρέπει ἀκόμη νὰ φύγει τελείως ἀπὸ τὴ μέση ὁ κόσμος ὁλόκληρος: τὴν ὥρα τοῦ πολέμου, τὴν ὥρα ποὺ ἀποφάσισε νὰ μὴ πεθάνει, τότε μόνο πραγματοποιεῖται ἡ προηγούμενη ἀπόφαση “μιᾶς σύντομης ζωῆς κι ἑνὸς πρόωρου θανάτου”,[344] ὁπότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἥρωας.