Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΜΕΤΑ τὴν ἀνακοίνωση αὐτή, ἡ Θέτις ἔφερε νέο χρησμό, τὸ σύμπαν πλασμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ στὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα. Ὁ Θεὸς βοηθὸς καὶ θάρρος, εὔχεται ὁ Παπαδιαμάντης.[342] Ἡ ἀσπίδα εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἀφήνει νὰ χτυπηθεῖ ὁ πολεμιστής, κι “ἀπὸ τὴν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα ξεχυνόταν λάμψη ποὺ ἔφτανε ὣς τὸν αἰθέρα”.[343] Γιὰ νὰ πεθάνει, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἔχασε τὸν Πάτροκλο, δὲν ἀρκεῖ οὔτε πὼς γνωρίζει ὅτι θὰ πεθάνει καὶ μάλιστα τὸ θέλει — πρέπει ἀκόμη νὰ φύγει τελείως ἀπὸ τὴ μέση ὁ κόσμος ὁλόκληρος: τὴν ὥρα τοῦ πολέμου, τὴν ὥρα ποὺ ἀποφάσισε νὰ μὴ πεθάνει, τότε μόνο πραγματοποιεῖται ἡ προηγούμενη ἀπόφαση “μιᾶς σύντομης ζωῆς κι ἑνὸς πρόωρου θανάτου”,[344] ὁπότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἥρωας.

Δὲν πρόκειται γιὰ ἡμερολογιακὸ δεδομένο, ὅτι ἔφυγε τριάντα χρονῶν ἀντὶ ἂς ποῦμε ἑκατό. Πεθαίνω πρόωρα σημαίνει πεθαίνω μαχόμενος, καὶ τότε ἔχουν ἔρθει στὴ μέση γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴ μέση ὅλα “τὰ ὅπλα ποὺ ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τέτοια ποὺ μόνο ἀθάνατοι Θεοὶ ἐργάζονται καὶ κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει”[345] — ἡ γῆ, ὁ οὐρανός, ἡ θάλασσα, ὁ ἥλιος, τὸ φεγγάρι, τὸ διάστημα καὶ οἱ ἀστερισμοί, οἱ πολιτεῖες μὲ τοὺς γάμους καὶ τὰ δικαστήρια, οἱ πολιτεῖες μὲ τοὺς στρατοὺς καὶ τὶς μηχανές, οἱ τέχνες τῆς ἐπιβίωσης καὶ οἱ τέχνες τῆς χαρᾶς, οἱ χοροί, τὰ τραγούδια, ἡ σκληρότητα καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῆς φύσης καὶ τῶν ζώων, ὁ ὠκεανός…[346]

Ἐνοχὴ δὲν προλαβαίνει νὰ κυριαρχήσει, γιατὶ τὸ σφάλμα ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν αἰτία γιὰ τὴν ὁποία τὸ θεωρεῖ σφάλμα. Ὁδηγοῦσε τὸ ἑλληνικὸ στράτευμα στὴν ἐξόντωση ἐπειδὴ ἔχασε τὴν Βρισηΐδα· αἰσθάνεται ἔνοχος ἐπειδὴ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔχασε τὸν Πάτροκλο, καὶ ἀμέσως προχωρεῖ στὴν δική του θανάσιμη μάχη: πῶς νὰ ζυγίσει καὶ νὰ προτιμήσει νὰ χάσει αὐτὸν καὶ ὄχι τὸν ἄλλο;

Μόνο γεύση ἀπὸ ἐνοχὴ δοκιμάζοντας, ὁ Ἀχιλλέας ἄρχισε νὰ καταλαβαίνει ἔμπρακτα, ὅτι στὸ νηλεὲς αὐτὸ ἦμαρ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπάει μένει ἀπαρηγόρητος, καὶ ὁ ἀπαρηγόρητος ἄνθρωπος ἔχει νὰ τὰ χάσει ὅλα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ μητέρα του καὶ θεὰ τοῦ ἔδωσε τὰ ὅπλα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ χάσει, τὸν ἀποχαιρέτησε λέγοντας, “ντύσου θάρρος”,[347] τὸ ὁποῖο ἡ ἴδια τοῦ ἔδωσε: “ἔτσι μίλησε, κι ἔβαλε μέσα του τὴν ὁρμὴ μεγάλου θάρρους”.[348]

“Σχεδὸν κανεὶς δὲν τοὺς καταλαβαίνει, ὅσους ἀγγίζουν τὴν φιλοσοφία σωστά, πὼς τίποτε ἄλλο δὲν ἐργάζονται, παρὰ μόνο τὸ νὰ πεθαίνουν καὶ νὰ ἔχουν πεθάνει”, εἰδοποιεῖ ὁ Πλάτων.[349] Ἡ ἐργασία τοῦ Ἀχιλλέα καρποφοροῦσε, ὅταν ἄρχισε νὰ βλέπει ὅτι πέρα ἀπὸ τὴν περιφρόνηση τοῦ ἅδη ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισή του ὡς κοινοῦ ἀνθρώπινου πόνου. Ὅταν κλήθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν νηπιακὴ ἀφέλεια, ἀθῶα στὴν φιλία της ὅσο στὴν σκληρότητά της, ὁ Ἀχιλλέας μεγάλωνε τὴν ἀνδρεία του καὶ τελειοποιοῦσε τὸν θάνατό του.

“Δὲν ἀρκέσθηκε νὰ σκοτώσει τὸν Ἕκτορα, ἀλλὰ καὶ τρύπησε τὸ κάτω μέρος τῶν ποδιῶν τοῦ νεκροῦ, τὰ ἔδεσε μὲ λουριὰ στὸν δίφρο τοῦ ἅρματος, ὥστε ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ χαίτη σέρνονταν στὴ γῆ. Δὲν κορέσθηκε οὔτε ἀπὸ αὐτὴ τὴν τιμωρία, ἀλλὰ θυσίασε ἐπάνω στὴν πυρὰ τοῦ Πάτροκλου δώδεκα ἄλλους Τρῶες αἰχμαλώτους — ὅταν ξαφνικὰ παρουσιάστηκε μπροστά του ὁ Πρίαμος, ὁ πατέρας τοῦ ἀπεχθοῦς ἀντιπάλου, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ πολυαγαπημένο λείψανο. Παρουσιάστηκε ὁ Πρίαμος· καὶ ὁ Ἀχιλλέας, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ λίγο ἔλεγε στὸν Ἕκτορα ὅτι θὰ ἔτρωγε ὠμὲς τὶς σάρκες του· ὁ ὁποῖος ὀρκιζόταν ὅτι ὁσαδήποτε λύτρα καὶ ἂν τοῦ προσφέρουν, οὐδέποτε θὰ ἔδινε τὸν νεκρὸ στοὺς γονεῖς, ὁ ἴδιος αὐτὸς Ἀχιλλέας μόλις εἶδε τὸν γηραιό, ἀτυχῆ, ταπεινωμένο πατέρα, συγκινεῖται καὶ λησμονεῖ τὴν ἐκδίκηση καὶ κλαίει μαζὶ μὲ τὸν ἱκέτη. Ἀποδίδει δὲ τὸν Ἕκτορα μὲ κάθε τιμή, κι ἐν τῶ μεταξὺ περιθάλπει συμπονετικὰ τὸν γέροντα”.[350]