Ὅταν οἱ δύο φίλοι εἶναι πάλι μαζί, μετὰ τὸν θάνατο καὶ τοῦ Ἀχιλλέα, δὲν ἔχουν οὔτε στὸν ἅδη τὴν θεία Δόξα, ἀλλὰ ‘μοιράζονται’ ὕπαρξη φαντασμάτων[373] — δὲν μποροῦν νὰ ἀναγνωρίσουν κανένα ζωντανὸ ἂν δὲν πιοῦν αἷμα, δὲν μποροῦν νὰ ἀγγίζουν ἢ νὰ τοὺς ἀγγίζεις, δὲν ὁρίζουν τὸν βίο τους. Ὁ Ὅμηρος συνδέει τὸν θάνατο μὲ τὴν κοίμηση ὡς παράδοξη φθορὰ τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας καὶ ἀσθενῆ συνείδηση.[374] Ὁ ὁμηρικὸς ἄνθρωπος δὲν ἔλεγε πὼς “πάντα ὑπῆρξε καὶ πάντα θὰ εἶναι ἕνας ἄτυχος φουκαράς”,[375] ὅμως ἡ ὁρμὴ τῆς ἐρωτικῆς ἕνωσης ἀναγκαῖα προετοίμαζε τὸ βίωμα τῆς διαίρεσης φρικτό, καὶ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς θείας Δόξας καὶ Ὀμορφιᾶς ποὺ ἀνήκει στὴν φιλία, ἡ μεγάλη ὑπαρξιακὴ μαζὶ καὶ διανοητικὴ ἀπορία τῆς φιλοσοφίας, ὅπως σημαίνει ὁ θρῆνος στὴν Ἐκκλησία μας, ποῦ ἔδυ Σου τὸ Κάλλος, ὅμως τότε χωρὶς τὴν βεβαιότητα τῆς Ἀνάστασης.