“Ἔτσι λοιπὸν φύσις μὲ τὴν πρωταρκτική της [στὴν πεῖρα τῆς θείας φιλίας τους] σημασία, σημαίνει τόσο τὸν οὐρανὸ ὅσο καὶ τὴ γῆ, τόσο τὴν πέτρα ὅσο καὶ τὰ φυτά, τόσο τὰ ζῶα [ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ μηδέν,] ὅσο καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ὡς ἔργο τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν, τέλος καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, τοὺς ἴδιους τοὺς θεούς, [μὲ τὴν σοφία τῆς φιλίας τους καὶ ἀκόμα] μὲ τὸ πεπρωμένο τους”.[399]

 

Η ΜΕΓΑΛΗ φωνὴ τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας τελειώνει (χωρὶς νὰ παύει) μὲ τὸν Πλάτωνα. Στὸν Ἀριστοτέλη ἡ σκέψη περιορίζεται καὶ ξεπέφτει σὲ αὐτάρκη ὑπολογισμό, ὥστε δὲν ζημιώνεται κανεὶς ἂν τὴν ἀγνοήσει ἀκόμη καὶ τελείως. Ἀδιάφορο ἂν ὁ Ἀριστοτέλης συμφωνεῖ μὲ ἄλλους σὲ ὁρισμένα θέματα ἢ παντοῦ, ἢ ἂν ἀσχολεῖται μὲ προβλήματα σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα, τὰ ἴδια ἢ περισσότερα, ‘ἐπιτυχῶς’ ἢ ‘ἀνεπιτυχῶς’. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ μεγάλα αἰνίγματα ἀντιμετωπίζει ὡς ἁπλὰ λογιστικὰ ζητούμενα, ὥστε καὶ ὁ ἀποφατισμὸς καταντάει σὰν βλασφημία. Εἶχε στεγνὴ ψυχή, ἤ, ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ Σεστώφ, γνώριζε ὅλα ὅσα ἔπρεπε νὰ κάνει γιὰ νὰ σκοτώνει τὸ μυστήριο.