Τὰ ἀγγλικὰ δὲν χρειάζονταν τὴν harmony, οὔτε τὰ λατινικὰ τὴν harmonia — χρειάζονταν νὰ εἶναι ἄλλες γλῶσσες, ὅπως ἀκριβῶς τὸ λέει ὁ Ἔκκαρτ: “μήν ἀνησυχοῦμε τόσο τί πρέπει νὰ κάνουμε, ἀλλὰ νὰ ἀνησυχοῦμε μᾶλλον τί εἴμαστε … Ὅσοι δὲν ζοῦν σημαντικά, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν ἀξίζει ὅσο τὸ τίποτα”.[382]

Ἔτσι ἔγινε δυνατὴ καὶ αὐτονόητη ἡ ἴδια ἡ παράνοια, νομίζοντας φιλοσοφικὴ τὴν ἁπλὴ διασφάλιση ἀποδείξεως καὶ μάλιστα σὲ κάθε ζήτηση ὁποιαδήποτε, ἀπὸ ναυπηγικῆς μέχρι μεταφυσικῆς, διακηρύσσοντας ὅτι αὐτὸ εἶναι ὁ ἑλληνικὸς τρόπος… “Σὲ κάθε γνωστικὸ τομέα, ἤ, γιὰ νὰ τὸ θέσω μὲ τὸν ἑλληνικὸ τρόπο, σὲ ὅλη τὴν φιλοσοφία…”, λέει ὁ Βιλαμόβιτς.[383] “Στὴν ἑλληνικὴ παράδοση ταυτίζονται ὁ ὑπολογισμὸς καὶ ὁ στοχασμός”, νομίζει πὼς ἐξηγεῖ ἡ Ρομιγύ.[384] Τὰ παραδείγματα πολλαπλασιάζονται ἄνετα.