406 Α΄ Κορ. 4.19.

407 Τὴν περίφημη αὐτὴ ἐξομολόγηση τοῦ Ἀριστοτέλη παραθέτει ὁ Ὀλυμπιόδωρος, Σχόλια εἰς Γοργίαν, κεφ. 41, ἑν. 9.

408 Μ. Βασίλειος, Περὶ πίστεως, PG 31, 685· πρβλ. Μάρκ. 9.48.

409 Ὀδύσσεια ζ 207–8.

410 Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 5, ΕΣΝΘ, τ. 2, σ. 212.

411 Χάιντεγγερ, Εἰσαγωγὴ στὴ Μεταφυσική, ὅ.π., σ. 46.

412 Πρβλ. τὸν Δημόκριτο (DK 183) ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἀκόμη πιὸ κρίσιμης εἰδοποίησης (Ματ. 18.3): ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

413 Καστοριάδης,  φαντασιακὴ θέσμιση τῆς κοινωνίας, ὁμάδα μεταφραστῶν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ συγγραφέα, Ἀθήνα 1981, σ. 61.

414 Πράξ. 16.9.

415 Ἰλιάδα Ε 379–80. Γιὰ τὴν συνωνυμία Ἀχαιῶν καὶ Δαναῶν, βλ. Χρήστου, Οἱ περιπέτειες…, ὅ.π., σελ. 32 καὶ 34–35: “τὸ δεύτερο φῦλο ποὺ κατέβηκε πρὸς τὴν κεντρικὴ καὶ νότια Ἑλλάδα τὴν ἴδια σχεδὸν ἐποχὴ μὲ τοὺς Δαναούς, γύρω στὸ 2000 π.Χ., καὶ τὸ ὄνομά του ἔχει μείνει ἔνδοξο γιὰ τὰ πολιτιστικὰ ἐπιτεύγματα καὶ τὶς ἄλλες δραστηριότητές του κατὰ τὴν πρωτοϊστορικὴ ἐποχή, εἶναι τῶν Ἀχαιῶν, ποὺ αὐτοὶ χωρὶς ἀμφιβολία ἦλθαν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Τὸ ὄνομά τους προέρχεται ἀπὸ τὴν ἰνδοευρωπαϊκὴ ρίζα ακβ ποὺ σημαίνει τὸ νερὸ καὶ τὸ συναντοῦμε σὲ μιὰ σειρὰ ποταμῶν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος (Ἀχέρων, Ἀχελῶος, Ἴναχος) καὶ βέβαια στὸ ὄνομα Ἀχιλλεύς. Τὸ φῦλο τῶν Ἀχαιῶν τελικὰ ἐντοπίζεται στὴν Πελοπόννησο, ὅπου ἀναμίχθηκε μὲ τοὺς Δαναούς, ὥστε τὰ δύο ὀνόματα ἔγιναν συνώνυμα … Τρία εἶναι τὰ ὀνόματα ποὺ ἀποδίδονται στὰ συνασπισμένα στρατεύματα· Ἀργεῖοι, Δαναοί, Ἀχαιοί, μὲ ἰσοδύναμη ἔννοια. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ πρῶτο ἀπαντᾶ 29 φορὲς στὴν Ἰλιάδα καὶ τὸ δεύτερο 138 φορές· τὸ τρίτο ἀπαντᾶ 598 φορές, εἶναι δηλαδὴ τὸ κυρίαρχο ὄνομα (οἱ ἀριθμοὶ δίνονται κατὰ πρόχειρο ὑπολογισμό).”

416 Πρβλ. Ἀποκ. 10.10.