Ὡς βεβαιότητα θανάτου ἡ τελευταία ἡμέρα εἶναι μιὰ εἴδηση, τὴν ὁποία σκεπτόμενος δὲν ξοδεύομαι σὲ προφανεῖς ματαιότητες, κλπ, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ἀποφασίσω τὸν καιρό της. Ἂν δὲν ὑπάρχει Κλήση, δὲν εἶναι δυνατὴ οὔτε ἡ ἀπάντηση παρὰ μόνο ὡς φαντασίωση. Χωρὶς Κλήση ἡ ἄσκηση φορτώνει στὸν ἄνθρωπο ἀβάσταχτο καὶ μάταιο βάρος, νὰ ἀρνεῖται τὴν κάθε ὥρα καὶ στιγμή, προτάσσοντας ὡς ἱερὴ καὶ ἰδανικὴ τὴν ἴδια τὴν κατάπτωσή του.

Ριζικὰ ἀποδοχὴ Δώρου ὑπάρχοντας, ζωὴ ποὺ ἀρχίζει νὰ πεθαίνει γιὰ τὸν ἑαυτό της μέσα στὴν Κλήση ποὺ ἀκολουθεῖ, ἡ φιλοσοφία δὲν προϋποθέτει καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν λογιστικὴ πειθαρχία καμμιᾶς ἐρευνητικῆς ἀπόπειρας: “τὸν ρώτησε ὁ Αἴσωπος ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Δία, κι ἐκεῖνος (ὁ Χίλων) εἶπε, ταπεινώνει τὰ ὑψηλὰ καὶ ὑψώνει τὰ ταπεινά”,[366] δηλαδὴ ταπεινώνει ὑψώνοντας, σκοπεύοντας στὴν ὕψωση. Ἡ φιλοσοφία ὡς βιωματικὴ προσωπικὴ θεία παιδεία, ἀφαιρῶντας τὸ πλαστὸ ὕψος ποὺ χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπειδὴ ποτέ δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο, μεταστρέφει τὸν ἄνθρωπο στὴν πραγματική του θέση: “ὅταν ὑψώσετε τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου, τότε θὰ καταλάβετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι”.[367] Ταπείνωση καὶ ὕψωση εἶναι ἡ ἴδια ὁδός, ὥστε χωρὶς μακαριότητα δὲν ὑπάρχει οὔτε ταπεινοφροσύνη.