Μεταστροφὴ μπορεῖ νὰ συμβεῖ ἢ νὰ μὴ συμβεῖ. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀνακοινώνεται ἡ λύπη τῶν Θεῶν γιὰ τὸν Ἕκτορα, ἕως ὅτου ὁ Ἀχιλλέας ἀκούσει ὅ,τι ἔχει νὰ πεῖ ὁ Πρίαμος, μεσολαβοῦν περίπου 500 στίχοι ἀβεβαιότητας, ἂν πράγματι θὰ γιατρευτεῖ ἡ ψυχή του. Ὅμως δὲν λυπήθηκε τὸν Πρίαμο κυρίως. Ὁ Πρίαμος μὲ τὸν δικό του πόνο καθάρισε τὴν ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα, τὸν ἔστρεψε στὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν δικό του πατέρα (μέσα του “ξεσηκώνεται ὁρμὴ νὰ κλάψει γιὰ τὸν δικό του πατέρα”[359]) καὶ γιὰ τὸν Πάτροκλο. Ὁ Ἀχιλλέας δὲν συγκινήθηκε τόσο γιά τὸν Πρίαμο ὅσο μαζί του, “ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ γέροντα, τὸν ἀποτράβηξε ἥσυχα καὶ θυμήθηκαν οἱ δυό τους. Ὁ ἕνας μὲ δύναμη ἔκλαιγε γιὰ τὸν ἀντροφόνο Ἕκτορα πεσμένος στὰ πόδια τοῦ Ἀχιλλέα, κι ὁ Ἀχιλλέας ἔκλαιγε γιὰ τὸν δικό του πατέρα καὶ πάλι γιὰ τὸν Πάτροκλο”.[360] Μοιράστηκαν λοιπὸν τὸ δικό τους, τὸ ἀναγνώρισαν κοινόν, ἄνοιξαν καθένας τὴν ψυχή του στὸν ἄλλο.