Ἡ πιὸ ἁπλὴ λογιστικὴ συγκρότηση προέρχεται ὡς οἰκειοποίηση τῆς φιλίας στὸν συλλογισμό, ὥστε ἡ ἐκβαρβάρωση τῶν κοινωνιῶν συνοδεύεται πάντα ἀπὸ περιφρόνηση γιὰ τὴν συζήτηση, τὴν συνέπεια καὶ τὴν γλῶσσα.[391] Περιορισμὸς στὴν λογιστικὴ συνοχὴ προϋποθέτει μικρὴ φιλία, ἀλλὰ ἡ φιλοσοφία εἶναι μέχρι θανάτου ἢ ἀλλιῶς φθίνει στὴν διαστροφή. Ὁ Πλάτων σκέφτεται στὴν καρδιὰ τοῦ ζητήματος ὅταν δείχνει γιὰ τὴν γραφὴ ὅτι καταντάει ὑπόμνηση χωρὶς μνήμη,[392] ἄψυχη γνώση, “ὑποκριτικὴ μορφὴ τῆς λήθης”.[393] Τὸ γεγονὸς ὅτι περιέλαβε τὸ πρόβλημα αὐτὸ στὸν Φαῖδρο, ὅπου συζητεῖται ἡ ἐρωτικὴ σχέση καὶ ἡ δύναμή της νὰ καταλαβαίνει τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἀναγνωρίζοντας τὴν ψυχὴ ὡς χῶρο τῆς σοφίας τῆς ἴδιας τῆς ἐρωτικῆς ἐπαφῆς, ἀπὸ μόνο του δείχνει πόση ἀγωνία γεννοῦσε στὸν μαθητὴ τοῦ Σωκράτη ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐγκλωβίζεται σὲ φασίζουσα / δουλεύουσα φυλακή, στὸ γράμμα ποὺ ἀποκτέννει.

Περιοριζόμενη στὴν κλινικὴ διερεύνηση ἡ σκέψη ξεπέφτει, δὲν ἔχει Λόγο, δὲν εἶναι πιὰ φιλία τῆς σοφίας καὶ ἐπικείμενη ἑστία τῆς ὕπαρξης: πλήρης χώρου, πλήρης χρόνου γύρισε ὁ Ὀδυσσέας στὸ σπίτι του.[394] Γι’ αὐτὸ στὴν ἀρχαιότητα πραγματοποιεῖται ἐπίσης ἑνότητα τῆς φιλοσοφίας μὲ τὴν ποίηση, τὶς τέχνες, τὴν ἱστοριογραφία, κλπ, ἐνῷ στὸν βαθμὸ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴν φιλοσοφικὴ οὐσία ἡ σκέψη τείνει νὰ μηδενίζεται στὸ μερικὸ καὶ τὸ ἀσήμαντο, ὅπως μὲ τοὺς σοφιστές, ἡ σπουδὴ τῶν ὁποίων χρησιμεύει κυρίως γιὰ νὰ φαίνεται τί ὑπάρχει, ὅταν δὲν ὑπάρχει γνησιότητα στὴν φιλοσοφία.

Τὴν φιλοσοφικὴ ὁρμὴ οἰκειοποιοῦνται ἐπίσης κεντρικὲς καθημερινὲς συνήθειες τῆς ἀρχαίας Πόλης, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ χαιρετισμός, σὲ μορφὴ ποὺ δὲν ἀπουσιάζει οὔτε ἀπὸ τὴν σημερινὴ Ἑλλάδα: “ὅταν συναντοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο (οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες) χαιρετιόνταν σηκώνοντας τὸ δεξὶ χέρι ψηλά, ἀλλὰ δὲν ἔδιναν τὸ ‘φιλὶ τοῦ χαιρετισμοῦ’ ὅπως ἔκαναν οἱ Ρωμαῖοι”,[395] τὸ φιλὶ ποὺ ἀνήκει στὴν σπανιότητα καὶ δὲν ταιριάζει νὰ γίνεται κενὴ ἐθιμοτυπία.

Τέτοια ἤθη δὲν προέρχονται ἀπὸ συμβάσεις, πρόκειται γιὰ αὐθόρμητες ἀνεπίγνωστες ἐκδηλώσεις τῆς κοινωνικῆς ψυχῆς, ἡ δὲ ὕπαρξή τους μέχρι σήμερα καὶ πέρα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὶς ἀποδεικνύει διαρκῶς δυνατές. Ὕψωση τοῦ χεριοῦ προϋποθέτει ἀπόσταση, ὥστε ζητούμενο γίνεται ἄνευ ὅρων ἐπαφὴ μέσα ἀπὸ τὸ ὑψηλότερο, πρόκειται γιὰ εὐλογία καὶ ὑπόσχεση ἰσχυρότερης φιλίας. Στὴν χειραψία ἡ ἐγγύτητα σημαίνει τὸ ὕψος παρόν, γι’ αὐτὸ τὴν “συνήθιζαν μόνο σὲ μερικὲς πράξεις μὲ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα καὶ εἶχε τὴν ἔννοια μιᾶς ἐπίσημης ὑπόσχεσης. Στὶς ἐπιτύμβιες στῆλες, βλέπουμε συχνὰ τὸν νεκρό, κι ἕναν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του ποὺ ζοῦν ἀκόμη, νὰ δίνουν τὰ χέρια”.[396]

Βιο–μηχανικὰ σκεπτόμενος ὁ Ἕγελος νόμιζε πὼς ἡ φιλοσοφία ἀναπληρώνει ἀπώλειες βιοτικῆς ἰσχύος. Μὲ τὴν ἐνδυνάμωση τῆς ἐπιβίωσης γιὰ ἀρχή της, ἔστω μόνο τὴν ψυχολογικὴ αὐτοάμυνα μιᾶς ‘δικαίωσης’ ἢ ἁπλῆς ἐξήγησης ὅσων μοιάζουν νὰ ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξη, ἡ ‘φιλοσοφία’ ἀποτελεῖ ἐργαλεῖο, δημιουργεῖται ὡς ἀνάγκη, δὲν εἶναι φιλία ἑπομένως οὔτε φιλοσοφία. Ἡ παρατήρηση τοῦ Ἕγελου μπορεῖ νὰ χρησιμεύει κάπως γιὰ τὴν κατανόηση περιθωριακῶν ‘φιλοσοφικῶν’ ρευμάτων, ἰδίως νεωτέρων, παραπλανᾶ ὅμως ἂν ἐφαρμόζεται στὸν κορμὸ τῆς φιλοσοφίας, περιλαμβανομένης τῆς χρήσεως τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας στὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπου ἐπίσης ἡ ἐπιθυμία γιὰ ἐνίσχυση τοῦ ἐγὼ ὡς τέτοια δὲν ἀποτελεῖ ἀρχὴ ἀλλὰ κίνδυνο καὶ πειρασμό.

Σύμφωνα μὲ τὸν Πορφύριο, ὁ Πυθαγόρας πρῶτος ἀναγνώριζε καθαρὰ καὶ ἔμπρακτα τὴν ἑνότητα τῆς φιλίας ὡς πηγὴ τῆς φιλοσοφίας, “ὑπεραγαποῦσε τοὺς φίλους του, πρῶτος ὀνόμασε ‘ὅλα κοινὰ ὅσα ἔχουν οἱ φίλοι’, καὶ ‘τὸν φίλο ἄλλο ἑαυτό’.