“Καὶ ὅταν εἶχαν τὴν ὑγεία τους ζοῦσε συνεχῶς μαζί τους, ὅταν εἶχαν ἀρρώστιες τοὺς θεράπευε, καὶ τοὺς παρηγοροῦσε ὅταν ἔπασχαν οἱ ψυχές τους”.[397]

Κατορθώνοντας ἀκόμη καὶ ἀνάμεσα σὲ φίλους νὰ γίνει σὰν ξένος, ἤδη ἀπὸ αὐτοὺς ἔχει κανεὶς τὴν πρώτη βοήθεια, ὅπως συγκεντρώθηκαν στὴν ἀπόφασή του νὰ φύγει, μὲ τὴν σοφία τῆς φιλίας τους συγχώρησαν τὴν δική του ξένωση, καὶ ἀποχαιρετῶντας συμβουλεύουν ἥσυχα νὰ πάρει τὸν ἄγνωστο δρόμο, αὐτὸν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πάρει, καὶ ὁδηγεῖ στοὺς ἴδιους. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχει μόνο πέρα ἀπὸ ὅλα, ἀλλὰ καὶ μέσα σὲ ὅλα καὶ ἀνάμεσα. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσά μας, τότε γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχει καθόλου. Στὸν βαθμὸ ποὺ θέλει πραγματικὰ νὰ προκόβει, καθένας ἔχει πολλοὺς πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες, ἀλλὰ κυρίως μητέρα του εἶναι ὁ ἴδιος καὶ πατέρας του ὁ Θεός: τὸ Πνεῦμα ἀγαπάει νὰ χαρίζει Ἐλευθερία καὶ Υἱοθεσία.[398] Ἂν καὶ ὄχι ἀρκετὰ ριζική, πάντως δὲν στερεῖται ἀξίας ἡ παρατήρηση τοῦ Χάιντεγγερ ὅτι “οἱ Ἕλληνες δὲν ἄρχισαν νὰ μαθαίνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ φύσις μέσῳ τῶν φυσικῶν φαινομένων, ἀλλὰ ἀντίστροφα. Μέσῳ μιᾶς θεμελιακῆς ποιητικῆς καὶ [ἐν ταυτῷ ἱερῆς ἐπίσης καὶ] διανοητικῆς ἐμπειρίας τοῦ Εἶναι, διανοίχτηκε μπροστά τους αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνομάσουν φύση. Μόνον ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς διάνοιξης μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ τὴν φύση μὲ τὴν στενώτερη σημασία.

“Ἔτσι λοιπὸν φύσις μὲ τὴν πρωταρκτική της [στὴν πεῖρα τῆς θείας φιλίας τους] σημασία, σημαίνει τόσο τὸν οὐρανὸ ὅσο καὶ τὴ γῆ, τόσο τὴν πέτρα ὅσο καὶ τὰ φυτά, τόσο τὰ ζῶα [ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ μηδέν,] ὅσο καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ὡς ἔργο τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν, τέλος καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, τοὺς ἴδιους τοὺς θεούς, [μὲ τὴν σοφία τῆς φιλίας τους καὶ ἀκόμα] μὲ τὸ πεπρωμένο τους”.[399]

 

Η ΜΕΓΑΛΗ φωνὴ τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας τελειώνει (χωρὶς νὰ παύει) μὲ τὸν Πλάτωνα. Στὸν Ἀριστοτέλη ἡ σκέψη περιορίζεται καὶ ξεπέφτει σὲ αὐτάρκη ὑπολογισμό, ὥστε δὲν ζημιώνεται κανεὶς ἂν τὴν ἀγνοήσει ἀκόμη καὶ τελείως. Ἀδιάφορο ἂν ὁ Ἀριστοτέλης συμφωνεῖ μὲ ἄλλους σὲ ὁρισμένα θέματα ἢ παντοῦ, ἢ ἂν ἀσχολεῖται μὲ προβλήματα σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα, τὰ ἴδια ἢ περισσότερα, ‘ἐπιτυχῶς’ ἢ ‘ἀνεπιτυχῶς’. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ μεγάλα αἰνίγματα ἀντιμετωπίζει ὡς ἁπλὰ λογιστικὰ ζητούμενα, ὥστε καὶ ὁ ἀποφατισμὸς καταντάει σὰν βλασφημία. Εἶχε στεγνὴ ψυχή, ἤ, ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ Σεστώφ, γνώριζε ὅλα ὅσα ἔπρεπε νὰ κάνει γιὰ νὰ σκοτώνει τὸ μυστήριο.

“Οἱ τραγωδίες τοῦ Σοφοκλῆ [σαρκώνουν καὶ] διαφυλάσσουν στὸ λέγειν τους … τὸ ἦθος πιὸ πρωταρχικὰ [πιὸ προσωπικά, καὶ γι’ αὐτὸ ἀσυγκρίτως πιὸ γνήσια καὶ γόνιμα] ἀπὸ τὶς παραδόσεις τοῦ Ἀριστοτέλη γιὰ τὴν ‘ἠθική’. Μιὰ ρήση τοῦ Ἡράκλειτου ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς λέξεις μόνο,[[400]] λέει κάτι τόσο ἁπλό, [ἔχει τόσο σημαντικὴ ἁπλότητα,] ὥστε μὲ αὐτὴ νὰ ἔρχεται ἄμεσα στὸ φῶς [γιὰ ὅποιον βρίσκεται στὸ φῶς] ἡ οὐσία τοῦ ἤθους”.[401]

Ἀκόμη καὶ ὁ Καῖσλερ δὲν διστάζει νὰ παραδεχθεῖ πὼς “ἡ εὐρωπαϊκὴ φιλοσοφία καὶ ἐπιστήμη,[[402]] ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ πέρα [στὴν Δύση, ἀλλὰ πιὰ ὄχι μόνο ἐκεῖ], ἔκανε κάθε ἄνθρωπο [περιορισμένο σὰν] ἕνα νησί”.[403]

“Ἡ συνείδησή μας φαίνεται νὰ ὑποχωρεῖ εὐθέως ἀνάλογα πρὸς τὴν διάδοση καὶ ἐπέκταση τῶν μέσων ἐπικοινωνίας. Ὁ κόσμος εἶναι ὅσο ποτὲ ἄλλοτε ἀνοιχτὸς μπροστά μας, καὶ περιφερόμαστε σὰν αἰχμάλωτοι, ὁ καθένας στὸ προσωπικὸ φορητὸ κλουβί του”.[404]