Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΤΟ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ αἴτημα γιὰ κάθαρση τῆς βουλήσεως ἢ περιαγωγὴ τῆς ψυχῆς “πρὸς τὸ ὄν, ὥστε νὰ μισεῖ ὅσα χρειάζεται νὰ μισεῖ ἀμέσως ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος, καὶ νὰ θέλει ὅσα χρειάζεται νὰ θέλει”,[615] νοεῖται ὡς προσευχὴ εὐχαριστίας, πέρα ἀπὸ κάθε δυνατὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου.[616] “Ἀπὸ τοὺς Θεοὺς εἶναι κάθε ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου … Ἀπὸ τὸν Δία τοὺς δόθηκε ν’ ἀναστυλώσουν τὴν καρδιά τους”, ὁμολογεῖ ὁ Πίνδαρος.[617]

Περιαγωγὴ εἰκονίζουν τὰ οὐράνια σώματα, μὲ τὴν ὑψηλότερη σφαῖρα, τὸ πρῶτο κινούμενο τῆς ἀριστοτελικῆς ἀστρονομίας, νὰ δέχεται τὴν ζωή της ἄμεσα καὶ νὰ τὴν μεταδίδει.[618] Τὸ ἴδιο στὴν μαγνητικὴ ἕλξη, ὅταν κάθε βελόνα ἕλκει τὴν προηγούμενη.[619] “Ἡ Μοῦσα κάνει ἡ ἴδια ἔνθεους ποιητές, καὶ ἀπὸ τοὺς ἔνθεους αὐτοὺς ἐξαρτᾶται ἁρμαθιὰ ἄλλων ἐνθουσιαζόντων. Γιατὶ ὅλοι οἱ ἀγαθοὶ ποιητὲς τῶν ἐπῶν, ὄχι ἀπὸ τὴν τέχνη τους, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ἔνθεοι καὶ κατέχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀπαγγέλουν ὅλα αὐτὰ τὰ καλὰ ποιήματα, καὶ οἱ ἀγαθοὶ μουσικοὶ τὸ ἴδιο”,[620] χαρίζουν τὴν Μνήμη ποὺ τοὺς χαρίζεται, ἐπιστρέφουν τὸν ἄνθρωπο στὴν Ἀρχή του.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει στὶς οἰκογενειακὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις, παντοῦ πρωταρχικὰ παιδαγωγία ποὺ διενεργεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μὲ ὅσα ἀποφασίζει ἢ ἐπιτρέπει. Ποίηση δὲν εἶναι μιὰ εἰδίκευση ἢ χαρισματικὴ ἐξαίρεση ἀλλὰ καθενὸς ἡ ἄσκηση καὶ παιδεία — πέρασμα μέσα ἀπὸ ἀμφίσημη ὕπαρξη: “οἱ Μανίες, ποὺ κατεῖχαν τὸν Ὀρέστη, ὅσο τὸν κρατοῦσαν στὴν κατάσταση τοῦ ἔκφρονος, τοῦ φαίνονταν μαῦρες. Ἀμέσως μόλις ἔκοψε τὸ δάκτυλό του καὶ ξανάγινε σώφρων, τοῦ παρουσιάστηκαν λευκές”.[621]

“Εἶναι οἱ γυιοὶ τῶν θεῶν. Διότι γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος / τὴν κατοικία του μὰ καὶ τὸ ζῶο ποῦ / θὰ χτίσει τὴ φωλιά του, ὅμως / στὴν ἀμάθητη ψυχὴ ἐκείνων / δόθηκε ἡ ἀτέλεια νὰ μὴ γνωρίζουν ποῦ πηγαίνουν. // Εἶναι μυστήριο αὐτὸ ποὺ ἀναβλύζει καθαρό. / Καὶ τὸ τραγούδι ἀκόμη, μόλις ποὺ ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀποκαλύψει”.[622]

Βλέποντας τὸ ἔργο νὰ ξεπερνάει ἀσύγκριτα ὅσες (θὰ νόμιζε ὡς) ἱκανότητές του, κάθε προικισμένος ἄνθρωπος ἔχει βοήθεια νὰ μὴν ὑποχωρεῖ στὴν φυσίωση, χάνοντας ὁ ἴδιος ὅ,τι μεταδίδει στοὺς ὑπόλοιπους: “σπάνια ἕνας ἄνθρωπος εἶναι σὲ θέση νὰ κυβερνήσει τὰ χαρίσματά του … πάντα σχεδόν, τὸ ταλέντο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κρατάει αἰχμάλωτο τὸν κτήτορα, σὰν νὰ τὸν ἔπιασε, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὸν γιακά — ναί, καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς μ’ αὐτὸ τὸν ταπεινωτικὸ τρόπο”.[623] Φυσίωση εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ὑπόστασης καὶ φιλίας, ὅταν τὸ μή ὂν καλεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς ὄν.

Καθένας ἀποκρίνεται σύμφωνα μὲ τὴν δύναμη ποὺ τοῦ χαρίζεται, στὸν βαθμὸ ποὺ τὴν ὑποδέχεται χωρὶς καθόλου νὰ ἔχει ἀξία ‘του’ καὶ ἱκανότητές ‘του’, ἀλλὰ μὲ τὴν ἡσυχία ποὺ γνωρίζει ὁ Ὅμηρος[624] καὶ ἀκόμη περισσότερο ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα.

“Οἱ ποιητὲς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ διερμηνεῖς τῶν Θεῶν, κατεχόμενοι ἀπ’ ὅποιον Θεὸ καθένας κατέχεται. Αὐτά φανερώνοντας ὁ Θεός, ἐπίτηδες τραγούδησε τὸ καλύτερο μέλος μέσα ἀπὸ τὸν πιὸ φαῦλο ποιητή … καὶ μέσα ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς (ποιητές, ραψωδούς, ἀκροατές), ὁ ἴδιος ἕλκει τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων ὅπου θέλει, κρεμῶντας τὴν Δύναμη ἀπὸ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο”.[625]