Δάσκαλος πραγματικὸς δὲν γνωρίζει ἂν ἔχει μαθητὲς ἢ ἂν οἱ ἴδιοι τὸν φροντίζουν, καὶ πάλι ἐκεῖνοι δὲν μποροῦν νὰ τὸν ξεπεράσουν, γιατὶ ἔχει διαρκῶς μεγαλώσει τὸν ἑαυτό του στὸν θαυμασμό: ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, θὰ κάνει καὶ ὁ ἴδιος τὰ ἔργα ποὺ κάνω ἐγώ, καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ θὰ κάνει.[632] “Κόπιασα πολύ”, ἐξομολογεῖται ὁ γέροντας Καρίων, “περισσότερο ἀπ’ τὸ παιδί μου τὸν Ζαχαρία, κι ὅμως δὲν ἔφθασα στὰ μέτρα του, στὴν δική του ταπείνωση καὶ σιωπή”.[633] Ὁ πνευματικὸς πατέρας “δὲν γεννᾶ πνευματικὸ παιδί ‘του’, γεννᾶ ἕνα παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ δύο, ἀπὸ κοινοῦ, μπαίνουν στὴν σχολὴ τῆς Ἀλήθειας”.[634]