Περιεχόμενα

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Ἰδοὺ ἐγὼ λοιπὸν
Τὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν
Στὸν πηλὸ τὸ στόμα μου

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Νέος πολὺ καὶ γνώρισα
Τὸν πλοῦτο δὲν ἔδωκες
Τὶς ἡμέρες μου ἄθροισα
Μόνος κυβέρνησα τὴ θλίψη μου

ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ

Ἕνα τὸ χελιδόνι
Τὰ θεμέλιά μου στὰ βουνὰ
Ὁ ποιητὴς τῶν νεφῶν
Ἦρθαν ντυμένοι «φίλοι»
Ἦρθαν μὲ τὰ χρυσὰ σειρήτια
Μὲ τὸ λύχνο τοῦ ἄστρου

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

Τῆς Δικαιοσύνης ἥλιε νοητὲ
Αὐτὸς εἶναι ὁ πάντοτε ἀφανὴς
Κατὰ πρόσωπό μου ἐχλεύασαν
Αὐτός, αὐτὸς ὁ κόσμος

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

Γύρισα τὰ μάτια
Ὅπου καὶ νὰ βρίσκεστε, ἀδελφοὶ
Καὶ στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα
Ἀνομίες ἐμίαναν τὰ χέρια μου
Ναοὶ στὸ σχῆμα τ΄ οὐρανοῦ
Τὶς νεφέλες ἀφήνοντας πίσω τους

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Τῆς ἀγάπης αἵματα
Θεέ μου σὺ μὲ θέλησες
Ἐνωρὶς ἐξύπνησα τὶς ἡδονὲς
Θὰ καρῶ μοναχὸς

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

Ἀνοίγω τὸ στόμα μου
Σὲ χώρα μακρινὴ καὶ ἀναμάρτητη
Σὲ χώρα μακρινὴ καὶ ἀρυτίδωτη

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Ὑποσημειώσεις

 

_________
___________________

 

Πλεονάκις ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου,
καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι [1].

Ψαλμὸς ΡΚΗ΄

 

___________________________________

 

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ τὸ φῶς καὶ ἡ ὥρα ἡ πρώτη
ποῦ τὰ χείλη ἀκόμη στὸν πηλὸ
δοκιμάζουν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου
Αἷμα πράσινο καὶ βολβοὶ στὴ γῆ χρυσοὶ
Πανωραία στὸν ὕπνο τῆς ἅπλωσε καὶ ἡ θάλασσα
γάζες αἰθέρος τὶς ἀλεύκαντες
κάτω ἀπὸ τὶς χαρουπιὲς καὶ τοὺς μεγάλους ὄρθιους φοίνικες
Ἐκεῖ μόνος ἀντίκρισα
τὸν κόσμο
κλαίγοντας γοερὰ
Ἡ ψυχή μου ζητοῦσε Σηματωρὸ καὶ Κήρυκα
Εἶδα τότε θυμᾶμαι
τὶς τρεῖς Μαῦρες Γυναῖκες [2]
νὰ σηκώνουν τὰ χέρια κατὰ τὴν Ἀνατολή
Χρυσωμένη τὴ ράχη τους καὶ τὸ νέφος ποὺ ἀφῆναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιὰ Καὶ φυτὰ σχημάτων ἄλλων
Ἦταν ὁ ἥλιος μὲ τὸν ἄξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος ὅλος ποὺ καλοῦσε Καὶ
αὐτὸς ἀλήθεια ποὺ ἤμουνα Ὁ πολλοὺς αἰῶνες πρὶν
Ὁ ἀκόμη χλωρὸς μὲς τὴ φωτιὰ Ὁ ἄκοπος ἀπ΄ τὸν οὐρανὸ
Ἔνιωσα ἦρθε κι ἔσκυψε
πάνω ἀπὸ τὸ λίκνο μου
ἴδια ἡ μνήμη γινάμενη παρὸν
τὴ φωνὴ πῆρε τῶν δέντρων, τῶν κυμάτων:
«Ἐντολή σου, εἶπε, αὐτὸς ὁ κόσμος
καὶ γραμμένος μὲς τὰ σπλάχνα σου εἶναι
Διάβασε καὶ προσπάθησε
καὶ πολέμησε» εἶπε
«Ὁ καθεὶς καὶ τὰ ὄπλα του» εἶπε
Καὶ τὰ χέρια του ἅπλωσε ὅπως κάνει
νέος δόκιμος Θεὸς γιὰ νὰ πλάσει μαζὶ ἀλγηδόνα3 καὶ εὐφροσύνη.
Πρῶτα σύρθηκαν μὲ δύναμη
καὶ ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὰ μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οἱ Ἑφτὰ Μπαλτάδες
κατὰ πὼς ἡ καταιγίδα
στὸ σημεῖο μηδὲν ὅπου εὐωδιάζει
ἀπ΄ ἀρχῆς πάλι ἕνα πουλὶ
καθαρὸ παλιννοστοῦσε τὸ αἷμα
καὶ τὰ τέρατα ἔπαιρναν τὴν ὄψη τοῦ ἀνθρώπου
Τόσο εὔλογο τὸ Ἀκατανόητο
Ὕστερα καὶ οἱ ἄνεμοι ὅλης της φαμίλιας μου ἔφτασαν
τ΄ ἀγόρια μὲ τὰ φουσκωμένα μάγουλα
καὶ τὶς πράσινες οὐρὲς ὅμοια Γοργόνες
καὶ οἱ ἄλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοὶ ὀστρακόδερμοι γενειοφόροι
Καὶ τὸ νέφος ἐχώρισαν στὰ δυὸ Καὶ αὐτὸ πάλι στὰ τέσσερα
καὶ τὸ λίγο ποὺ ἀπόμεινε φύσηξαν στὸ Βορρᾶ
Μὲ πλατὺ πάτησε πόδι στὰ νερὰ καὶ ἀγέρωχος ὁ μέγας Κουλὲς4
Ἡ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντα ἔλαμψε
ὁρατὴ καὶ πυκνὴ καὶ ἀδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ὁ πρῶτος ὕμνος

ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ἀλήθεια ποὺ ἤμουνα Ὁ πολλοὺς αἰῶνες πρὶν
Ὁ ἀκόμη χλωρὸς μὲς τὴ φωτιὰ Ὁ Ἀχειροποίητος
μὲ τὸ δάχτυλο ἔσυρε τὶς μακρινὲς
γραμμὲς
ἀνεβαίνοντας κάποτε ψηλὰ μὲ ὀξύτητα
καὶ φορὲς πιὸ χαμηλὰ οἱ καμπύλες ἁπαλὲς
μία μέσα στὴν ἄλλη
στεριὲς μεγάλες ποὺ ἔνιωσα
νὰ μυρίζουνε χῶμα ὅπως ἡ νόηση
Τόσο ἦταν ἀλήθεια
ποῦ πιστὰ μ΄ ἀκολούθησε τὸ χῶμα
ἔγινε σὲ μεριὲς κρυφὲς πιὸ κόκκινο
καὶ ἀλλοῦ μὲ πολλὲς μικρὲς πευκοβελόνες
Ὕστερα πιὸ νωχελικὰ
οἱ λόφοι οἱ κατωφέρειες
ἄλλοτε καὶ τὸ χέρι ἀργὸ σὲ ἀνάπαυση
τὰ λαγκάδια οἱ κάμποι
κι ἄξαφνα πάλι βράχοι ἄγριοι καὶ γυμνοὶ
δυνατὲς πολὺ παρορμήσεις
Μία στιγμὴ ποὺ ἐστάθηκε νὰ στοχαστεῖ
κάτι δύσκολο ἢ κάτι τὸ ὑψηλό:
ὁ Ὄλυμπος, ὁ Ταΰγετος
«Κάτι ποὺ νὰ σοῦ σταθεῖ βοηθὸς
καὶ ἀφοῦ πεθάνεις» εἶπε
Καὶ στὶς πέτρες μέσα τράβηξε κλωστὲς
κι ἀπ΄ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς ἀνέβασε σχιστόλιθο
ἕνα γῦρο σ΄ ὅλη τὴν πλαγιὰ τὰ πλατιὰ στερέωσε σκαλοπάτια
Ἐκεῖ μόνος ἀπίθωσε
κρῆνες5 λευκὲς μαρμάρινες
μύλους ἀνέμων
τρούλους ρόδινους μικροὺς
καὶ ψηλοὺς διάτρητους περιστεριῶνες
Ἀρετὴ6 μὲ τὶς τέσσερις ὀρθὲς γωνίες
Κι ἐπειδὴ συλλογίστηκεν ὡραία ποὺ εἶναι στὴν ἀγκαλιὰ ὁ ἕνας του ἄλλου
γέμισαν ἔρωτα οἱ μεγάλες γοῦρνες
ἀγαθὰ σκύψανε τὰ ζῷα μοσκάρια καὶ ἀγελάδες
σὰ νὰ μὴ ἤτανε στὸν κόσμο πειρασμὸς κανένας
καὶ νὰ μὴ εἶχαν γίνει ἀκόμη τὰ μαχαίρια
«Ἡ εἰρήνη θέλει δύναμη νὰ τὴν ἀντέξεις» εἶπε
καὶ στροφὴ γύρω του κάνοντας μ΄ ἀνοιχτὲς παλάμες ἔσπειρε
φλόμους κρόκους καμπανοῦλες
ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς γῆς τ΄ ἀστέρια
τρυπημένα στὸ ἕνα φύλλο τους γιὰ σημεῖο καταγωγῆς
καὶ ὑπεροχὴ καὶ δύναμη