Πρέπει νὰ φθάση κανεὶς στὸ σημεῖο νὰ τὰ βλέπη ὅλα καθαρά… Μετὰ φθάνει ὁ ἄνθρωπος σὲ μία κατάσταση ποὺ βλέπει τὰ πάντα μὲ τὰ πνευματικὰ μάτια, ὄχι μὲ τὰ ἀνθρώπινα…

Ζητάει λ.χ. ἡ ἀρχοντάρισσα ἀπὸ τὴν μαγείρισσα σαλάτα καὶ ἐκείνη τῆς λέει «δὲν ἔχω», ἐνῶ ἡ ἀρχοντάρισσα ξέρει ὅτι ἔχει. Ἂν ἡ ἀρχοντάρισσα δὲν ἔχη καλοὺς λογισμούς, θὰ πῆ: «ψέματα μοῦ λέει». Ἂν ὅμως ἔχη καλοὺς λογισμούς, θὰ πῆ: «ἡ καημένη, ξέχασε ὅτι εἶχε σαλάτα, γιατὶ εἶχε πολλὴ δουλειά», ἢ «τὴν κράτησε γιὰ κάποια ἄλλη περίπτωση»…

Ἕνας, ἂν ἔχη καλοὺς λογισμούς, καὶ νὰ τὸν χτυπήσης ἄδικα, θὰ πῆ: «Τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἐξοφλήσω παλιά μου σφάλματα, δόξα τῷ Θεῷ!». Ἐνῶ ἕνας ἄλλος ποὺ δὲν ἔχει καλοὺς λογισμούς, καὶ νὰ πᾶς νὰ τὸν χαϊδέψης, θὰ νομίζη πὼς πᾶς νὰ τὸν χτυπήσης. Πάρτε παράδειγμα ἀπὸ ἕναν μεθυσμένο. Ἂν εἶναι κακός, τὰ σπάζει ὅλα ἐπάνω στὸ μεθύσι. Ἂν εἶναι καλός, ἢ θὰ κλαίη ἢ θὰ συγχωράη…