Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής της πατρίδας του. Είναι, αν αγαπάτε, ο μεγαλύτερος δραματογράφος σ’ όλη την Βόρεια Ευρώπη και, όμως, αν τον δείτε θα στοιχηματίσετε ότι είναι περισσότερο πλοίαρχος παρά καλλιτέχνης.

Η φυσιογνωμία του δε μας θυμίζει κανέναν από τους έξοχους άντρες. Έχει το σκανδιναβικό τύπο με τα μήλα των παρειών να εξέχουν και με πλατιά σαγόνια. Κοντή μύτη και μεγάλο στόμα σφιγμένο έτσι που να νομίζετε ότι του λείπουν τα χείλια. Έχει σταχτιά μάτια, που με οξύτητα σε καρφώνουν πίσω από τα γυαλιά, και γύρω από τα βλέφαρα το μικρό εκείνο σύμπλεγμα ρυτίδων, που μαρτυρούν και με ακινησία βλέμματος που ήδη εξέτασε άπειρα πράγματα. Έχει λευκές φαβορίτες, όμοιες με των ναυτικών, και μαλλιά άσπρα και πυκνά, ωσάν πυκνόκλαδο θάμνο, ή καλύτερα σαν παρθένο ακόμη δάσος. Στο φαρδύ μέτωπο του διακρίνεται περισσότερη βούληση παρά οξύνοια· ενώ η στάση του κεφαλιού του κάνει να μοιάζει με κεφάλι κατακτητή, με κεφάλι αρχαίου βίκιγγ, δηλαδή, θαλασσινού ήρωα της Νορμανδίας, που γεννήθηκε σε βραχώδη ακτή από θαλασσομάχους προγόνους.

Ο Henrik Ibsen, καύχημα της Νορβηγίας σήμερα, γεννήθηκε στην παραποτάμια πολίχνη Σκην από πατέρα ναυτιλλόμενο έμπορο, και γεννήθηκε σε εποχή κρισιμότατη για τη διανοητική κατάσταση της πατρίδας του. Ήδη από την ίδρυση του πανεπιστημίου στη Χριστιανία (1811) δόθηκε το πρώτο σύνθημα του αγώνα για απελευθέρωση της εθνικής φιλολογίας των Νορβηγών από την ξένη, και προπάντων από την επίδραση των Δανών. Ο χωρισμός της Νορβηγίας από τη Δανία το 1814, και η εγκατάσταση δικού της πολιτεύματος στη χώρα, ακόμα περισσότερο δυνάμωσαν το συναίσθημα της κερδισμένης ελευθερίας και φλόγιζαν πια τους νεανικούς πόθους των Νορβηγών για κάποια εθνική μεγαλουργία για τη διεύρυνση τον ορίων της πατρίδας τους.

Αλλά οι περιστάσεις δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές για παράτολμες επιχειρήσεις και έκαμαν ώστε να χρησιμοποιηθεί και το καλύτερο μέρος της δράσης για ειρηνικό διανοητικό έδαφος. Τη βάση της νορβηγικής γλώσσας αποτελούσε τότε η δανική, που επέβαλλε στην ντόπια φιλολογία όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και το πνεύμα της. Οτιδήποτε έμπαινε καινούργιο σ’ αυτήν, ήταν κι αυτό ξένο, γαλλικό, αγγλικό, κλπ. Επειδή το δημώδες και ντόπιο το περιφρονούσαν και το καταδίωκαν οι καλαμαράδες. θεωρώντας το χυδαίο και πρόστυχο. Και βέβαια υπήρχαν όσοι πίστευαν το ακριβώς αντίθετο, αλλά τι σήμαιναν οι διαμαρτυρίες τους μπροστά στον όγκο και στην αυθεντία των λογιότατων! Έπρεπε ο λαός να μεθύσει από ενθουσιασμό μέσα στην πολιτική του απελευθέρωση και, γεμάτος τώρα αυτοπεποίθηση, να ποθήσει την παντοτινή εξασφάλιση της αυθυπαρξίας του ως έθνος, για να πάρει θάρρος εκείνη η μερίδα των λογίων, που δυσανασχετούσαν με την υποτέλεια στους ξένους της νορβηγικής φιλολογίας και γλώσσας.

Αφού η αυθυπαρξία, που ο λαός επιζητούσε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του, δεν μπορούσε να επιτευχθεί μήτε με πολεμικές κατακτήσεις μήτε με πολιτικά κατορθώματα, γιατί να μη τη δημιουργήσουν εκείνοι, αποτινάζοντας κάθε ζυγό ηθικής και πνευματικής υποτέλειας στους ξένους; Έτσι, αφού για μεγάλο αρχικά χρονικό διάστημα το εθνικό στους Νορβηγούς, ως αφηρημένη έννοια ταλαντεύτηκε από ‘δω κι από ‘κει χωρίς ορισμένη διατύπωση, τελικά συγκεντρώθηκε, παίρνοντας πραγματική υπόσταση, ως συνειδητή δημιουργία νέας εθνικής φιλολογίας και γλώσσας, μακριά από κάθε ξενική επήρεια. Όπως, όμως, παντού, έτσι και στη Νορβηγία στην αρχή της φιλολογικής αυτής αναμόρφωσης έγινε περισσότερο θόρυβος παρά θετική εργασία. Οι πρωτόκλητοι εθνικοί ποιητές για αρκετό χρονικό διάστημα φρόντισαν κυρίως στο να λαμπρύνουν εξυμνώντας τη Νορβηγία και το λαό της. Στις ρητορικές και πομπώδεις στροφές τους δεσπόζουν φράσεις όπως “οι βράχοι της Νορβηγίας”, “τα βουνορύακα της Νορβηγίας”,” το λιοντάρι της Νορβηγίας”, “ο ελεύθερος αυτόνομος χωρικός”, όπως ακριβώς στη δική μας εθνική ποίηση η φλοκάτη, η φουστανέλα.

Αρχική σελίδα


Σχόλια