Αλλά οι περιστάσεις δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές για παράτολμες επιχειρήσεις και έκαμαν ώστε να χρησιμοποιηθεί και το καλύτερο μέρος της δράσης για ειρηνικό διανοητικό έδαφος. Τη βάση της νορβηγικής γλώσσας αποτελούσε τότε η δανική, που επέβαλλε στην ντόπια φιλολογία όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και το πνεύμα της. Οτιδήποτε έμπαινε καινούργιο σ’ αυτήν, ήταν κι αυτό ξένο, γαλλικό, αγγλικό, κλπ. Επειδή το δημώδες και ντόπιο το περιφρονούσαν και το καταδίωκαν οι καλαμαράδες. θεωρώντας το χυδαίο και πρόστυχο. Και βέβαια υπήρχαν όσοι πίστευαν το ακριβώς αντίθετο, αλλά τι σήμαιναν οι διαμαρτυρίες τους μπροστά στον όγκο και στην αυθεντία των λογιότατων! Έπρεπε ο λαός να μεθύσει από ενθουσιασμό μέσα στην πολιτική του απελευθέρωση και, γεμάτος τώρα αυτοπεποίθηση, να ποθήσει την παντοτινή εξασφάλιση της αυθυπαρξίας του ως έθνος, για να πάρει θάρρος εκείνη η μερίδα των λογίων, που δυσανασχετούσαν με την υποτέλεια στους ξένους της νορβηγικής φιλολογίας και γλώσσας.