Από το 1851 άρχισε να εκδίδει μαζί με δύο φίλους του το εβδομαδιαίο περιοδικό “Andhrimer·”, παρουσιάζοντας ο ίδιος σ’ αυτό κυρίως λυρικά και σατυρικά ποιήματα. Το φθινόπωρο, όμως, του ίδιου χρόνου προσλήφθηκε ως διευθυντής του θεάτρου στο Βέργεν (Μπέργκεν), με την υποστήριξη του οποίου ταξίδευσε, για να μελετήσει, στη Δανία και στη Γερμανία, το καλοκαίρι του 1852. Μετά από εξάχρονη παραμονή στο Μπέργκεν μετοίκησε στη Χριστιανία, πάλι ως διευθυντής του εκεί θεάτρου Νόρκσε, που τα διηύθυνε ως το 1863. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο Ίψεν δημοσίευσε τις πρώτες του τραγωδίες, που έχουν τις υποθέσεις τους από την ιστορία του μεσαίωνα και είχαν μεγάλη επιτυχία, αφού παρουσιάστηκαν από τα θέατρα του Μπέργκεν, της Χριστιανίας, της Κοπεγχάγης και της Στοκχόλμης. Με αυτές τις τραγωδίες και τα μικρότερα ποιήματα του έθεσε οριστικά και το γλωσσικό ζήτημα των Νορβηγών στη θέση που του αρμόζει, έχοντας σ’ αυτό συμπαραστάτη πολλές φορές το άλλο έξοχο πνεύμα της πατρίδας του, τον κατά τέσσερα χρόνια νεότερο του Bjoernson.

Ενώ, δηλαδή, κάτω από την έμπνευση του Wergeland οι μέχρι φανατισμού αποκλειστικά πατριώτες, απαιτώντας από τη νέα εθνική γλώσσα να τρέφεται μόνο από δυο-τρεις ντόπιες διαλέκτους, την καταδίκαζαν στο θάνατο από ασιτία, οι Διόσκουροι ποιητές της Νορβηγίας, συμφωνώντας από έμφυτο στο αντικείμενο αυτό, εφάρμοσαν τις πιο λογικές αρχές στη διάπλαση και χρήση της νέας γλώσσας, αλλά στο υλικό που προέρχεται απ’ αυτήν προσθέτουν τις νεότερες γλωσσικές μορφές, ανακαινίζοντας την έτσι, ώστε να γίνει πιο προσαρμοσμένη στο πνεύμα των νεότερων χρόνων. Την πλουτίζουν, τη γονιμοποιούν και την καθιστούν όσο γίνεται νεότερη με την πρόσληψη δημοτικών στοιχείων. Ωφελήθηκαν σ’ αυτό πολύ από τις λεξιλογικές συλλογές και τις υπόλοιπες σχετικές εργασίες της αντίθετης μερίδας, έτσι ώστε, όπως είναι σήμερα η Νορβηγική γλώσσα, ελπίζεται ότι θα αποκαταστήσει και θα συσφίξει στις σκανδιναβικές χώρες τον κοινό πνευματικό σύνδεσμο, που χαλαρώθηκε από την πολιτική στάση τους. Αλλά μολονότι τόσο σύμφωνα εργάστηκαν στο γλωσσικό ζήτημα οι δύο κορυφαίοι ποιητές της Νορβηγίας, εντούτοις δεν ήταν σύμφωνοι και ομόγνωμοι ως προς τα άλλα ζητήματα.