Στη Νορβηγία η αϊδερή, η πάπια της θαλάσσης,
στην γαλανήν ακρογιαλιά ψηλά πάει να φωλιάσει.
Μαδάει από τα στήθη της το πουπουλόχνουδό της,
και κάμνει μια ζεστή μ’ αυτό, μια μαλακή φωλίτσα.
Μα ‘ρχονται μ’ άσπλαχνη καρδιά στον όχθο οι ψαράδες
και της κουρσεύουν τη φωλιά, ως το στερνό το χνούδι.
Αυτό δεν σβει μες στο πουλί τον πόθο της αγάπης :
Ξαναμαδάει τα στήθια του. Κι αυτοί ξαναπροβάλλουν
και παίρνουν ό,τι έφτιασε. Μα, ακούραστο κι εκείνο,
σε βράχου τρύπα τη φωλιά ξαναρχινάει να φτιάνει.
Τρίτη φορά κουρσεύουν την και δεν αφήνουν χνούδι!
Τότε κι αυτό την άνοιξη, με στήθια ματωμένα,
ανοίγει νύχτα τα φτερά και πάει μακρά στο νότο,
εκεί που περισσότερο χαμογελούν τα ουράνια.

Αληθινά, “με στήθια ματωμένα” ο Ίψεν εγκαταστάθηκε στα ξένα. Το 1866 το Σπόρτιγγ της πατρίδας του ψήφισε για λογαριασμό του ετήσια σύνταξη ποιητή, που εξακολουθεί ο Ίψεν να καρπώνεται ως τώρα. Στη Ρώμη παρέμεινε ως το 1868. Κατά τον επόμενο χρόνο φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα και στο Χεδίβη της Αιγύπτου, με την ευκαιρία των εγκαινίων του Ισθμού του Σουέζ. Από τότε ως το 1875 έζησε στη Δρέσδη. Ύστερα μετακόμισε στο Μόναχο, όπου και τα παιδάκια δείχνουν με το δάχτυλο το μεγάλο ποιητή, καθώς τριγυρνά σε φιλοσοφική μοναξιά από τους δρόμους της πόλης, επειδή εξοικειώθηκαν πια προς τη μορφή του, που κάθε στιγμή μπορούν να μελετήσουν στο Μουσείο κέρινων ομοιωμάτων της πόλης. Σήμερα ο Ίψεν ίσως ζει ακόμη στο Παρίσι, όπου πριν από λίγους μήνες θαύμασαν τις παραστάσεις μερικών από τα νεότερα δράματα του. Λιτότατος στη ζωή ζει μόνος. Σιωπηλός και κλεισμένος στον εαυτό του, κατορθώνει να μην έχει σχεδόν ανάγκη από την κοινωνία, πράγμα εξάλλου που προϋποτίθεται για όποιον έχει την αξίωση “να τα ψάλλει” στην κοινωνία.

Μόνη ευχαρίστησή του είναι να γράφει. “Η ζωή, λέγει, είναι διαρκής πόλεμος εναντίον κάθε είδους κακών, που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας ή φωλιάζουν στην καρδιά μας. Η ποίηση είναι η ανταπόδοση, είναι η απελευθέρωση της ύπαρξής μας.” Πράγματι τα δράματα του Ίψεν, κυρίως τα νεότερα, πρέπει να τ’ ακούει κάποιος σαν τόνους απολύτρωσης. Δεν είναι φιλολογικά πράγματα, όχι. Σε κανένα συγγραφέα δε βρίσκεις διατυπωμένη την αρχή, ότι κάθε τι που γράφεται είναι πράξη και ότι πρέπει ως τέτοια να κρίνεται. Το δημιουργικό στην ιδιοφυΐα του Ίψεν είναι προπάντων ηθική ενέργεια. Τα δράματά του είναι πράξεις μεταφερμένες σε λέξεις. Δεν είναι μεγάλος ποιητής, παρά μόνο γιατί είναι μεγάλος άνδρας.

Αξιοσημείωτη είναι η ανάπτυξη της δημιουργικότητας του Ίψεν σε σύγκριση προς του άλλου κορυφαίου ποιητή των Νορβηγών. Ο Μπγιόρνσον, τέσσερα χρόνια νεότερος από τον Ίψεν, έγινε πολύ πριν απ’ αυτόν και αμέσως από την αρχή περίφημος στην πατρίδα του. Το πρώτο δημοσιευμένο διήγημά του “Η Συννόβη από τον Ηλιόλοφο” (Synnove Solbaken), περιέχει τόσο καθαρή γνώση της ζωής που ζουν οι αγροτικοί πληθυσμοί της Νορβηγίας, οι ποιητικές και ηθογραφικές εικόνες του διηγήματος προκαλούν με τόση δύναμη το ενδιαφέρον των αναγνωστών, ώστε τούτο μόνο ήταν αρκετό να αναδείξει το συγγραφέα μεγάλο με την πρώτη εμφάνισή του. Ολωσδιόλου αντίθετα προς τον Ίψεν, που ήδη γνωρίσαμε πως εξέδωσε με ψευδώνυμο το πρώτο του έργο.