Ενώ, δηλαδή, κάτω από την έμπνευση του Wergeland οι μέχρι φανατισμού αποκλειστικά πατριώτες, απαιτώντας από τη νέα εθνική γλώσσα να τρέφεται μόνο από δυο-τρεις ντόπιες διαλέκτους, την καταδίκαζαν στο θάνατο από ασιτία, οι Διόσκουροι ποιητές της Νορβηγίας, συμφωνώντας από έμφυτο στο αντικείμενο αυτό, εφάρμοσαν τις πιο λογικές αρχές στη διάπλαση και χρήση της νέας γλώσσας, αλλά στο υλικό που προέρχεται απ’ αυτήν προσθέτουν τις νεότερες γλωσσικές μορφές, ανακαινίζοντας την έτσι, ώστε να γίνει πιο προσαρμοσμένη στο πνεύμα των νεότερων χρόνων. Την πλουτίζουν, τη γονιμοποιούν και την καθιστούν όσο γίνεται νεότερη με την πρόσληψη δημοτικών στοιχείων. Ωφελήθηκαν σ’ αυτό πολύ από τις λεξιλογικές συλλογές και τις υπόλοιπες σχετικές εργασίες της αντίθετης μερίδας, έτσι ώστε, όπως είναι σήμερα η Νορβηγική γλώσσα, ελπίζεται ότι θα αποκαταστήσει και θα συσφίξει στις σκανδιναβικές χώρες τον κοινό πνευματικό σύνδεσμο, που χαλαρώθηκε από την πολιτική στάση τους. Αλλά μολονότι τόσο σύμφωνα εργάστηκαν στο γλωσσικό ζήτημα οι δύο κορυφαίοι ποιητές της Νορβηγίας, εντούτοις δεν ήταν σύμφωνοι και ομόγνωμοι ως προς τα άλλα ζητήματα.

Έχοντας αντίθετο χαρακτήρα από φυσικού τους, πρέσβευαν πολιτικές αρχές ασυμβίβαστες μεταξύ τους, και βαδίζουν στην συγγραφική πορεία από τόσο αντίθετους δρόμους, ώστε αναδείχτηκαν αρχηγοί δύο αντίπαλων μεταξύ τους φιλολογικών τάσεων και επιλογών. Παιδί του λαού ο Bjoernson, γεννημένος για να λυπάται και να χαίρεται μαζί με τους χωρικούς, υπερασπίζεται τόσο στην πολιτική όσο και στην φιλολογική ζωή τα λαϊκά συμφέροντα αποκλειστικά, δημαγωγός και καβγατζής πολύ περισσότερο απ’ το κανονικό. Και αγαπά αληθινά, βέβαια, το έθνος του περισσότερο από κάθε άλλο, και υπερεκτιμά, εξυψώνοντας το, κάθε τι λαϊκό και δημώδες. Αυτό όχι χωρίς λόγο. Επειδή, δηλαδή, ο Bjoernson παρουσιάζει τον εαυτό του ως την ενσάρκωση των αρετών του λαού, εννοείται ότι όσο περισσότερο εκτιμά αυτές, τόσο περισσότερο εξυψώνει και στολίζει το βάθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται η δική του δόξα. Εντελώς αντίθετος είναι ο Ίψεν.

Ποιητής από τη φύση του αριστοκρατικών τάσεων, έχοντας πλήρη τη συναίσθηση της πνευματικής υπεροχής, πάντοτε έβλεπε με απαισιόδοξη πικρία το έργο των ευεργετών και διαφωτιστών του λαού, και έστρεψε τα νώτα προς τα “ωσαννά” του πλήθους. Ήδη η πρώτη του δραματική απόπειρα, είδος εγκωμίου προς τον Κατιλίνα, δεν ευχαρίστησε τους συντηρητικούς της πατρίδας του νοικοκυραίους, γιατί τάχα περιείχε ιδέες ανατρεπτικές του καθεστώτος. Έτσι ο θερμόαιμος και γεμάτος αναμορφωτική ενέργεια νεαρός, μόλις είκοσι χρονών, κατάντησε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την κοινωνία. Ούτε ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά.

Είρωνας από φυσικού του, προικισμένος με πνεύμα έντονα σατυρικό, όσο και φιλοσοφικό, νέος ακόμη έβαλε το δάχτυλο στις πληγές της σύγχρονης κοινωνίας και με τη σοβαρότατη σάτυρά του άσπλαχνα καυτηρίασε την κενότητα και το ψεύδος των συμπατριωτών του στην πολιτεία. Την πατριωτική καυχησιολογία των συγχρόνων του, καθώς και τον κλεισμένο σε κούφιες φράσεις ιπποτισμό του Bjoernson μαστιγώνει κυρίως στο σατυρικό του δράμα. “Ο σύνδεσμος των νεανίων” (1869).

Όπως ήταν επόμενο, το ορμητικά προοδευτικό, το θορυβώδικο και ταυτόχρονα το επαναστατικό πνεύμα του νεαρού Ίψεν, δημιούργησε σ’ αυτόν πολλές και ποικίλες αντιδράσεις και πειρασμούς και ενοχλήσεις, που δυσαρεστούσαν και πίκραιναν τον ποιητή σε κάθε έργο και αξίωμα: Τα δράματα του απαγορεύονταν από τη λογοκρισία, κάθε πρόθεση του, όσο καλή κι αν ήταν, την συκοφαντούσαν έτσι που του αφαιρούνταν κάθε ελευθερία δράσης. Για τούτο ο Ίψεν παραιτήθηκε από τη θυελλώδη διεύθυνση του θεάτρου Νόρσκε και στα 1864 με τη θέληση του εκπατρίστηκε στη Ρώμη. “Δεν έχω καμιά ικανότητα, έγραφε σε φίλο του, να είμαι πολίτης συντηρητικός· και αφού δεν έχω ικανότητα σ’ αυτό, δεν ανακατεύομαι μαζί τους”. Τον πόνο της ψυχής του καθώς άφηνε την αγαπημένη του πατρίδα με ματωμένη καρδιά τον εξέφρασε με εικόνα ο Ίψεν σε πολύ πειστικό όσο και ευαίσθητο ποίημα, που αμυδρή μετάφραση του επιχειρούμε εδώ: