Ο αυτοχθονισμός υπήρξε, όμως, τόσο εμπαθής, ώστε όποιος υποστήριζε την τήρηση της προηγούμενης γλωσσικής κατάστασης θεωρούνταν κάτι σαν προδότης της πατρίδας! Οι καβγάδες υπέρ και κατά κράτησαν για πολύ, πιο εμπαθή χαρακτήρα, όμως, είχαν από το 1830 και μετά. Σε μια τέτοια σύγχυση, σε τέτοια κατάσταση πνευματικού αναβρασμού και φιλολογικής αναζύμωσης γεννήθηκε στο Σκην της Νορβηγίας στις 20 Μαρτίου 1828 ο Henrik Ibsen, το δαιμόνιο πνεύμα, που όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, άρχισε να ταχτοποιεί το ακατάστατο εκείνο χάος, και, από κάθε τι χρήσιμο που περιείχαν οι σκέψεις των αντιμαχόμενων μερίδων, να δημιουργήσει τον όμορφο κόσμο της νέας νορβηγικής φιλολογίας. Ο πατέρας του Ίψεν, εμπορευόμενος ναυτικός, ήταν παιδί κάποτε πλούσιων γονέων. Αλλά στον Ίψεν η Μοίρα θέλησε να εφαρμόσει ότι και σε κάθε άλλη σχεδόν μεγαλοφυία. Είναι γνωστό ότι έξοχες διάνοιες και μεγάλοι χαρακτήρες – αν προλάβουν και δε συντριβούν κάτω από το χαλύβδινο βάρος της δυστυχίας- ακονίζονται και σκληραίνουν παλεύοντας προς υλικές δυσκολίες, από ‘που συμβαίνει να σπινθηροβολούν τόσο φωτεινότερους τους σπινθήρες της αλήθειας που κλείνουν μέσα τους, όσο περισσότερο συγκρούονται προς τις άγριες και αντίξοες περιστάσεις.

Την ανάπτυξη με παρόμοιο αγώνα επεφύλασσε η Μοίρα στον ποιητή μας. Ήδη στην παιδική ηλικία βρήκε κατεστραμμένη την οικογενειακή περιουσία του. Για να αντιμετωπίσει τη διατροφή του αναγκάστηκε να μπει στην υπηρεσία κάποιου φαρμακοποιού, όταν ήταν ακόμη δεκαέξι χρονών παλικάρι. Συνεπώς τους πρώτους του στίχους ο Ένρικ τους συνέθεσε τρίβοντας ρυθμικά τα φάρμακα μέσα στο γουδί. Αλλά προς επάγγελμα τόσο ειρηνικό και άκαρπο δεν ήταν δυνατό να συμβιβαστεί το ακατάσχετο και νεωτεριστικό πνεύμα του Ίψεν. Οι πρώτοι του στίχοι στον κύκλο των παιδικών του φίλων διαβάζονταν και προκαλούσαν πάντοτε ιδιαίτερα ευχάριστη εντύπωση. Αλλά ο Ένρικ, ως αληθινή μεγαλοφυΐα, ήταν από παιδί μετριόφρονας και φιλότιμος. Γι’ αυτό κι όταν ακόμη από πολλά χρόνια ήταν στρατολογημένος ανάμεσα στους φιλολογικούς κύκλους της πατρίδας του, σπάνια εμφανιζόταν στα περιοδικά του τόπου. Την πρώτη του τραγωδία μάλιστα, τον “Κατιλίνα”, τη δημοσίευσε στα 1850 με ψευδώνυμο.