Αν, βέβαια, μερικοί συγγραφείς, όπως ο Μ. Χρ. Χάνσεν, επιχειρούσαν να εγκολπωθούν στα έργα τους περισσότερο το καθαυτό εθνικό στοιχείο, δεν κατόρθωναν μεγάλα πράγματα κι αυτοί, αφού η βάση πάνω στην οποία έπρεπε να θεμελιωθεί η νέα εθνική φιλολογία, μ’ άλλα λόγια η ακριβής γνώση του εθνικού βίου, δεν υπήρχαν ακόμη. Όπως στους δικούς μας συγγραφείς ως τις μέρες μας, έτσι και οι Νορβηγοί ως εκείνα τα χρόνια επιπόλαια μόνο γνώριζαν το βίο, τον τρόπο σκέπτεσθαι του λαού, τη φύση της χώρας, κλπ. Οι γνώσεις για παρόμοια θέματα περιορίζονταν σε πολύ γενικά πράγματα, ακατάλληλα να χρησιμεύσουν ως βάση μιας πραγματικά δημοφιλούς φιλολογίας, που να έχει τις ρίζες στη ζωή του έθνους και να προσαρμόζεται στο χαρακτήρα του.

Μόλις γύρω στα 1830 άρχισαν οι Νορβηγοί να απαλλάσσονται από την παροδική αυτή κατάσταση και να κατανοούν, ότι, αντί με υπέρογκους επαίνους των αρετών της, μπορούσαν να στολίσουν την πατρίδα τους με πολύ καλύτερο τρόπο: πράττοντας ό,τι από καιρό ήδη όφειλε να έχει πράξει και η Ελλάδα. Καλλιεργώντας, δηλαδή, και διαμορφώνοντας στη φιλολογία καθετί που κουβαλά αγνό και καθαρό τον εθνικό χαρακτήρα. Έτσι οι μύθοι του λαού και τα δημοτικά τραγούδια συγκεντρώθηκαν με επιμέλεια και αφού δημοσιεύθηκαν παραδόθηκαν κοινό κτήμα σε όλους, εξωραϊσμένα ως προς τις καλολογικές αξιώσεις της τέχνης, διατηρώντας, όμως, ατόφιο και αναλλοίωτο τον αρχικό τους τύπο, όσο και τον ιδιαίτερο εκείνο χαρακτήρα, που είχαν κυκλοφορώντας στο λαό από στόμα σε στόμα.

Την προκαταρκτική αυτή εργασία συντέλεσαν κυρίως ο δασονόμος Ρ. Ch. Asbjoernson και σε άμεση σχέση μαζί του και ο επίσκοπος Ioergen μoe, που συλλέξανε παλιές παραδόσεις του λαού και παραμύθια, κατάλληλα για την ποιητική φιλολογία, προσκομίζοντας σ’ αυτήν νέο πλούσιο υλικό, όπου σε ικανοποιητικό βαθμό τονίζονταν τα ιδιαίτερα προσόντα του λαϊκού χαρακτήρα των Νορβηγών. Επειδή ελπίζουμε ότι και στην Ελλάδα θα γίνει κάποια τέτοια ενιαία εργασία σημειώνουμε εδώ σε ποιες αρετές τους οφείλουν οι δύο συλλογές που μνημόνευσα την επιτυχία του έργου, για να ανατεθεί και σε μας τέτοιους μόνο άντρες η εκτέλεση του. Και οι δυο τους, λέγει ο Horn στην ιστορία της Σκανδιναβικής φιλολογίας, ήταν σε ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό κατάλληλοι να συγκεντρώσουν και να καταστήσουν πάλι νέα τα ποιητικά αυτά προϊόντα του λαϊκού πνεύματος των Νορβηγών, επειδή είχαν μια ιδιαίτερη ευφυΐα στο να αποσπούν τους θησαυρούς της δημοτικής ποίησης με ψυχαγωγικό τρόπο από τους κοινούς ανθρώπους, που είναι για τούτο πολύ φοβητσιάρηδες και καθόλου πρόθυμοι στη μετάδοση. Όμως, μεγάλη ήταν και η ευφυΐα αυτών των ανδρών στο να αποδίδουν έτσι τα κειμήλια, που αποκτούσαν μ’ αυτή τη μέθοδο, ώστε όχι μόνο να μη ζημιώνονται ως προς την αρχική τους ποίηση, αλλά και να μη χάσουν τίποτε από το αφελές και δημώδες ύφος τους. Και. το κατόρθωναν αυτό οι άντρες τούτοι γιατί ήταν πάρα πολύ εξοικειωμένοι με τη ζωή και τον τρόπο σκέψης του λαού, ενώ επιπλέον είχαν και οι δυο τους όχι μικρή ποιητική ευχέρεια, που γνώριζαν να εφαρμόζουν προσεκτικά και με σύνεση, αποφεύγοντας να τροποποιήσουν κάτι σε κάθε περίπτωση που υπήρχε κίνδυνος να χαλάσει η αρχική και ειλικρινής μορφή των μύθων και ο ίδιος εκείνος χαρακτήρας, που είχαν στο στόμα του λαού. Και για τους άλλους κλάδους της διανοητικής μόρφωσης έγιναν ταυτόχρονα ανάλογες εργασίες. Ο ζήλος μάλιστα γι’αυτό το σκοπό υπήρξε τόσο θερμός, ώστε δεν άργησε να παρασύρει τους φανατικούς λάτρεις του εντόπιου πολιτισμού (του αυτοχθονισμού) σε υπερβολές και να τους βγάλει από το μέσο και σίγουρο δρόμο, προτού ακόμη αρχίσουν την προοδευτική τους πορεία.

Αρχική σελίδα