Η ΑΡΠΑΓΗ τῆς Βρισηΐδας ὁδήγησε τὸν Ἀχιλλέα στὸ περιθώριο τῶν συγκρούσεων. Ἡ ἀπώλεια τοῦ Πάτροκλου τὸν γύρισε στὸ πεδίο τῆς μάχης, μὲ καθοριστικὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἴδιο καὶ τὴν ἔκβαση τοῦ πολέμου. Ἡ ἁρπαγὴ τῆς Ἑλένης προκάλεσε τὸν πόλεμο.

“Γιατί πρέπει νὰ πολεμοῦν μὲ τοὺς Τρῶες οἱ Ἀργεῖοι;[[241]] Γιατί σύναξε λαὸ καὶ τὸν ἔφερε ἐδῶ ὁ Ἀτρείδης; Γιὰ τί ἄλλο, ἂν ὄχι γιὰ τὴν Ἑλένη μὲ τὰ ὄμορφα μαλλιά; Μήπως μόνο οἱ Ἀτρεῖδες ἀνάμεσα στοὺς θνητοὺς ἀγαπᾶνε τὶς γυναῖκες τους; Καθένας ποὺ εἶναι ἀγαθὸς καὶ μυαλωμένος, ἀγαπάει τὴν δική του καὶ τὴν προσέχει, ὅπως κι ἐγὼ ἀγαποῦσα τὴν δική μου μὲ ὅλη τὴν ψυχή μου, παρόλο ποὺ τὴν ἀπόκτησα μὲ τὸ δόρυ.”[242]

Ἡ Τροία τὴν ὁποία τίμησε ὁ Ὅμηρος μὲ τὸν ὑψηλότερο δυνατὸ τρόπο (“οἱ θεοὶ δὲν εἶναι ὅλοι μὲ τὸ μέρος τῶν Ἑλλήνων — οἱ μισοὶ περίπου εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν Τρώων”[243]), ἦταν ἡ Τροία ποὺ ἀγάπησε τὴν Ἑλένη. Δὲν ἀληθεύει ὅτι “ὁ Ὅμηρος σηματοδοτεῖ τὴν καθοριστικὴ μετάβαση στὴν δυτικὴ πραγματικότητα, μὲ τὴν ὁριστικὴ ὑπέρβαση τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου”,[244] ἐκτὸς ἂν δίνεται μόνο γεωγραφικὴ σημασία στὶς ἔννοιες ἀνατολῆς καὶ δύσης,[245] ἢ ἂν στὸν τρωϊκὸ πόλεμο προβάλλονται ἀλλότρια σχήματα. Ὁ τρωϊκὸς εἶναι στὴν πραγματικότητα ἐμφύλιος πόλεμος. Ἐφόσον Ἕλληνες καὶ Τρῶες ἔχουν τὶς ἴδιες ζωντανὲς ἀξίες, εἶναι στὴν οὐσία ὁ ἴδιος λαός, τοῦ ὁποίου ἕνα μέρος δοκιμάζεται καὶ ἀπαξιώνεται, ἐνῷ τὸ ἄλλο, ἐπίσης δοκιμαζόμενο, κρατάει τὴν κοινὴ ἀλήθεια, ὅμως ὄχι καθαρή, ὁπότε εἰσέρχεται σὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δοκιμασία.

Ἡ Τροία ποὺ ἀπέτυχε (στὴν πολυετῆ διάρκεια τοῦ πολέμου εἰκονίζεται τὸ ἀβέβαιο τῆς δοκιμασίας καὶ τῶν δύο ἀντιπάλων), ὥστε ὄχι ἁπλῶς ἡττήθηκε ἀλλὰ κυριολεκτικὰ ἀφανίστηκε, ἦταν ἡ Τροία ποὺ μίσησε τὴν Ἑλένη: “κανεὶς ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ πιὰ γιὰ μένα στὴν Τροία”, θρηνεῖ ἡ Ἑλένη μπροστὰ στὸν νεκρὸ τοῦ Ἕκτορα,

“οὔτε ἕνας δὲν εἶναι καλὸς μαζί μου, οὔτε ἕνας δὲν μὲ ἀγαπάει, ὅλοι ἔχουν φρίκη γιὰ μένα”.[246]

Φρίκη γιὰ τὶς θυσίες ποὺ μπορεῖ νὰ συνεπάγεται ἡ ὑπακοὴ στὸ ὑψηλότερο. Πῶς σχετίζεται ἡ Ἑλένη μὲ τὸ ὑψηλότερο;

 

ΜΕ ΑΒΕΒΑΙΗ γενεαλογία, κόρη τοῦ Δία καὶ τῆς Λήδας (ἢ τοῦ Δία καὶ τῆς Νέμεσης μὲ ἀνατροφὴ ἀπὸ τὴν Λήδα), ἢ κόρη τοῦ Ὠκεανοῦ, ἢ τῆς Ἀφροδίτης (ὅλων οἱ ἰδιότητες ἑνώνονται στὸ πρόσωπό της), μὲ εἰκόνα της ἐπίσης στὴν Ὀδύσσεια τὴν Πηνελόπη, “γυναίκα ποὺ ὅμοιά της δὲν ὑπάρχει τώρα καμμιά στὴν γῆ τῶν Ἀχαιῶν, οὔτε στὴν Πύλο τὴν ἱερή, οὔτε στὸ Ἄργος, οὔτε στὶς Μυκῆνες”,[247] ἡ Ἑλένη ἦταν μαζὶ γυναίκα, ἄνδρας καὶ παιδί, καὶ τελείως πέρα ἀπὸ φῦλα καὶ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη ὀμορφιά, ὑπῆρχε στὴν ὀμορφιὰ τοῦ Λόγου, στὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ ζήσει καὶ νὰ πεθάνει.

Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ παντρευτεῖ, “ἦρθαν σχεδὸν ὅλοι οἱ πρίγκηπες τῆς Ἑλλάδας”,[248] (μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ὀδυσσέας[249] ἀλλὰ ὄχι ὁ παῖς ἔτι Ἀχιλλέας[250]), δίνοντας ὄρκο “πὼς θὰ δέχονταν τὴν ἐπιλογή της καὶ πὼς σὲ περίπτωση ἀνάγκης θὰ βοηθοῦσαν ὅποιον διάλεγε γιὰ ἄντρα της”.[251]

Ἡ Ἑλένη ἔγινε ἐπίσης δῶρο τῆς Ἀφροδίτης, θεᾶς ἀδιάφορης γιὰ τὶς ‘ἠθικὲς’ ἀνησυχίες τοῦ Στησίχορου: ἡ Ἀφροδίτη δὲν ὑπολογίζει γιατὶ οὔτε κἂν δὲν βλέπει ἀνθρώπινες παντρειές, συμβάσεις καὶ συμφωνίες, ἀλλὰ ἤρεμα καὶ ἁπλὰ (γιὰ τὴν ἴδια, ὅμως μὲ διάφορες ἀναστατώσεις στὸν ἀνθρώπινο βίο καὶ τὶς συνήθειές του) φέρει τὸ ὅμοιο στὸ ὅμοιο. Ἔτσι μεταγενέστερες παραδόσεις δὲν δίστασαν νὰ θεωρήσουν μεταθανάτιο σύζυγο τῆς Ἑλένης τὸν Ἀχιλλέα.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)