Ὑπερανάπτυξη τῆς τεχνικῆς συμβαίνει, ὅπως ἔχουμε δεῖ, σχεδὸν ὡς παρενέργεια πλήρους ἀφοσιώσεως στὴν ἐπιστήμη. Τέτοια ἀφοσίωση δὲν ὑπῆρξε πρὸς τὸ παρὸν σὲ καμμιά περίοδο τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὁ Αἰσχύλος περιέγραφε τὸν Δία ἀπάνθρωπο καὶ τύραννο, ἀλλὰ καὶ φοβισμένο τὸν ἄνθρωπο καὶ θρασύδειλο: ὁ Θεὸς βδελύσσεται τοὺς ἀνθρώπους ποὺ φοβοῦνται προβλέποντας τὴν βεβαιότητα τοῦ θανάτου (προδέρκεσθαι μόρον), καὶ ἀποκρούει τὶς τυφλὲς ἐλπίδες τῆς ἀποξενωμένης ἀπὸ τὸν Ἴδιο σκέψης — τῆς μόνης σκέψης ποὺ θὰ στρεφόταν ὁλόψυχα στὴν τεχνοεπιστήμη.[287]

Δὲν δημιουργοῦν πάντα πρόβλημα τὰ δῶρα τοῦ Προμηθέα, ἀλλὰ πάντα ὁ ἴδιος, ἡ προμήθεια — ὅταν ὁ ἄνθρωπος νομίζει πὼς ἐπινοεῖ ἢ διασφαλίζει τὸ ἀγαθό, ἢ ὅτι τὸ ἀγαθὸ δὲν εἶναι χάρισμα ἀλλὰ κάτι ποὺ ἐπινοεῖται, ὑφαρπάζεται ἢ διασφαλίζεται. Τὴν ἀποξένωση αὐτὴ ἀναγνωρίζει ὁ Μάξιμος ὡς ἀρχὴ τῆς προσωπικῆς καθενὸς ἀπαξίας, ὅταν λέει γιὰ τὸν Ἀδὰμ ὅτι θέλησε νὰ ἔχει τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ χωρὶς τὸν Θεὸ καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Θεό.[288] Ἀλλάξαμε τὸν ἀπαθῆ τόπο μὲ τὸν ἐμπαθῆ αὐτὸν καὶ ἐπίπονο, θρηνεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς.

“Χάσαμε τὴν πρόσωπο μὲ πρόσωπο συναναστροφὴ μὲ τὸν Θεό. Χάσαμε τὴν συντροφιὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους Του καὶ τὴν ἀναλλοίωτη ζωή. Ποιός κατάλαβε τὴν στέρηση αὐτὴ καὶ δὲν πενθεῖ;”[289]

 

Η ΟΜΗΡΙΚΗ οἰκειότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται οἱ Θεογονίες ὡς ἄσχετες μὲ τὴν κοσμολογικὴ καὶ ἀνθρωπολογικὴ ἀναφορά, ὥστε πράγματι “θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς καὶ ὡραῖες μυθολογίες, μία ὅμως εἶναι ἀληθινή. Ἀληθινὴ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὅλοι οἱ μύθοι [τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μυθολογίας] ἔχουν ἕνα σημασιακὸ ὑπόβαθρο, μέσα στὸ ὁποῖο κατοπτρίζεται ἡ ἴδια μας ἡ ζωὴ καὶ κάθε ἀνθρώπινη ζωή”.[290]

Στὸ θεμελιακὸ ἔργο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μαρτυρεῖται κατὰ κύριο λόγο συνύπαρξη Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου σὲ περιπέτειες ποὺ φανερώνουν τὴν οὐσία καὶ τοὺς ὁρίζοντες τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἑνωμένων. Αὐτὸ ἐποπτεύει διαρκῶς τὶς Θεογονίες καὶ σύνολη τὴν ἑλληνικὴ δημιουργικότητα, ὁπότε πράγματι “θὰ ἦταν περίεργο ἂν καὶ ἡ φιλοσοφία δὲν εἶχε προέλθει ἀπὸ τὴν [ἤδη φιλοσοφικὴ] ποίηση [τοῦ Ὅμηρου]”,[291] καὶ θὰ ἦταν πολὺ πιὸ περίεργο ἂν ἡ πρωταρχικὴ ἑλληνικὴ ποίηση ὑπῆρχε καὶ ἀκουγόταν ὡς κάτι ἐξωγήινο, ἄσχετο μὲ τοὺς “90 προσωκρατικοὺς (τοὺς ὁποίους περιέχει ἡ συλλογὴ τοῦ Ντίλς), σὲ δύο αἰῶνες μέσα, γιὰ ἕναν πληθυσμὸ ποὺ ἀπὸ τὴν Μίλητο ὣς τὸν Ἀκράγαντα θὰ ἔφτανε τὸ πολὺ σὲ ἕνα ἑκατομμύριο ἀνθρώπων”[292] — θὰ συνιστοῦσε φαινόμενο πολιτισμικῆς παράκρουσης, ἂν ἡ μεταγενέστερη ποίηση καὶ φιλοσοφία καὶ ἡ ἴδια ἡ ὀργιώδης ἄνθισή τους, δὲν συνδέονταν οὐσιωδῶς μὲ τὴν ὁμηρικὴ πρωταρχὴ τῆς ἑλληνικῆς σκέψης, τὴν ἀναγνωριζόμενη ὡς θεμελιακὴ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν σκέψη ποὺ ἀκολούθησε, καὶ ὄχι λιγώτερο τὴν ὥρα ποὺ αὐτὴ ἔμοιαζε νὰ ἀπορρίπτει ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο ὁμηρικὸ στοιχεῖο. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀντίρρηση ὑφίσταται σὲ ὁμηρικὸ κόσμο.

Στὴν ὁμολογία τοῦ Ὅμηρου, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ παραδίδει ὅσα ἔχει νὰ γράψει, ὁ κόσμος παραμένει ἅγιος τόπος ἰσοθεΐας τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ νὰ εἰπωθεῖ πὼς ἡ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ στὸν Ὅμηρο εἶναι “ἕνα μέσο τεχνικῆς ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ποιητὴ συνειδητὰ γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἔτσι τὸ μέγιστο τῆς ποιητικῆς φαντασίας … μονάχα ἕνα καλλιτεχνικὸ μέσο”,[293] χρειάζεται φρικτὴ ἀναισθησία, ὥστε νὰ ἔχει περάσει τελείως ἀπαρατήρητη ἡ ζωντανὴ πεῖρα τῆς Θεότητας, ἡ ὁποία διατρέχει τὰ ὁμηρικὰ ἔπη καὶ συνεχίζει σὲ ὅλο τὸν κορμὸ τῆς μεταγενέστερης ποίησης καὶ φιλοσοφίας. Ὁ Δημόκριτος ἀντιλαμβάνεται τὸν Ὅμηρο ὡς θεῖο δῶρο μιᾶς ποίησης ποὺ περιέχει κάθε φανερωτικὴ δυνατότητα: Ὅμηρος φύσεως λαχὼν θεαζούσης ἐπέων κόσμον ἐτεκτήνατο παντοίων.[294]