Σὲ αὐτὸ ἀντιτάχθηκε (ὄχι μόνος) ὁ Πλάτων, ὅταν ζητοῦσε νὰ μὴ κάνουν οἱ ποιητὲς τοὺς Θεοὺς νὰ ὀδύρονται, ἀλλὰ ἡ ἀντίδραση ἀναφερόταν σὲ μιὰ καθαρότητα ἰδανική, ἀδύνατη στὴν ζωὴ αὐτή. Ὅσο ὑπάρχει ὁ πόνος καὶ ὅσο πονάει ὁ ἄνθρωπος, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ πονάει ἐπίσης καὶ περισσότερο ὁ Θεός: αὐτὸ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι, ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν εἶχαν τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ κυρίως σημαίνει τὸ Χάος στὴν βάση ὅλων καὶ μαζὶ ἡ ἰσοθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅπως οἱ Θεογονίες περιέχουν κυοφορῶντας τὴν κοσμολογία, ἔτσι ἡ κοσμολογία στὶς ὑψηλότερες στιγμές της, ἀπὸ τοὺς προσωκρατικοὺς καὶ διαρκῶς, εἶναι φυσιολογικὰ θεολογική, χωρὶς νὰ ὁδηγεῖται σὲ φυσιοκρατία, ἐφόσον ἡ προσοχή, ὅλος ὁ νοῦς καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τὴν ἑστία της στὸ πρόσωπο, εἴτε αὐτὸ ἀπολαμβάνει ἐξουσία, εἴτε ὑπομένει πάθος. Ἀκόμη καὶ στὸ πάθος τὸ πρόσωπο ὑφίσταται κρατούμενο σχετικὰ καὶ παράδοξα.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΟΠΟΣ τῆς ἕνωσης, ἁρμονίας καὶ κοινωνίας, ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ὁμηρικὸ Πρόσωπο, μποροῦσε νὰ τραυματίζεται, ὅπως μὲ τὸν ἠθικισμὸ τοῦ Ἡσίοδου (καὶ τὸν σχετικὸ ἀτομικισμὸ τῶν Λυρικῶν παρὰ τὴν βαθειὰ ὁμηρικότητά τους,[308] ἀλλὰ καὶ μέσα της, ἀφοῦ οὔτε ἀπὸ τὸν Ὅμηρο δὲν λείπουν στοιχεῖα ἀτομικισμοῦ), κυρίως μὲ ὅ,τι φανερωνόταν ὡς παράδοξη ἐσωτερικὴ διαμάχη ἀνάμεσα στὶς θεῖες δυνάμεις (τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου περιλαμβανομένου, γιατὶ κι αὐτὸς “δὲν ἦταν ἀνθρώπινος, ἀλλὰ θεῖος”[309]), ὅμως ὁ τραυματισμὸς ἐπρόκειτο νὰ βοηθήσει τὸ πρόσωπό τους νὰ μεγαλώνει ἀκόμα περισσότερο, γιατὶ ἦταν τραυματισμὸς πραγματικοῦ προσώπου, ὄχι μάσκας καὶ ἰδεολογίας, ὁπότε ἡ σοφία τῆς φιλίας τους μετέφερε τὸν ἐγωϊσμὸ στὴν τραγωδία, στὴν ταπείνωσή της ἡ σκέψη ἐλευθερωνόταν καὶ συνέχιζε νὰ ὑψώνεται.

Ἔτσι γίνεται ἀντιληπτὸς πνευματικὸς κανόνας χωρὶς ἐξαιρέσεις, πὼς ἡ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο θεμελιώνει τὴν σχέση μὲ τὸν Θεό — “ἡ πίστη ἢ ἡ ἀπιστία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ ἢ ταπεινὴ ἀντίληψη ποὺ ἔχει κανεὶς γιὰ τὸν ἄνθρωπο”[310] — ὥστε, μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, πράγματι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ μέτρο ὅλων.

“Ἀκόμη καὶ ἡ ἄποψη ἑνὸς Θεοῦ δὲν ἐθεωρεῖτο ὁπωσδήποτε ὀρθή. Στὶς Εὐμενίδες τοῦ Αἰσχύλου ὁ Ἀπόλλων δικαιολογεῖ τὴν μητροκτονία ποὺ διέπραξε ὁ Ὀρέστης, μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ ἴδιος τὸν εἶχε διατάξει νὰ τὸ κάνει, ἀκολουθῶντας μάλιστα ἐντολὲς τοῦ Δία — τῆς ὑψηλότερης δυνατῆς αὐθεντίας. Παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ μισοὶ δικαστὲς ψήφισαν ἐναντίον τοῦ Ὀρέστη. (Ἴσως περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μισούς, ἂν — ὅπως πιστεύω — στὴν ἰσοψηφία ὑπὲρ καὶ ἐναντίον τοῦ Ὀρέστη ὑπολογίσθηκε ἐπίσης ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφος τῆς Ἀθηνᾶς)”.[311]

Ἡ παράδοση στὸ θεῖο θέλημα ὅπως συμβαίνει ἤδη στὸν Ὅμηρο, μὲ ἐπίγνωση τῆς ἰσοθεΐας τοῦ ἀνθρώπου, διαμορφώνει τὴν πίστη κατὰ κύριο λόγο ὡς ἀκαθόριστη ἐλπίδα, ὑπερβολὴ θάρρους καὶ μύχια ἀκεραιότητα ἐμπιστοσύνης, πέρα ἀπὸ ἐπιφανειακὲς ἐξεγέρσεις, θλίψεις καὶ δειλίες, οἱ ὁποῖες δὲν ἔλλειπαν. Ἡ πίστη αὐτὴ ἀκριβῶς ἱδρύει τοὺς Ἕλληνες στὴν φιλοσοφικὴ διάνοιξη, ἐμψυχώνοντας ἐπίσης τὸ τέλος τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, τὸ ὅραμα τοῦ Ἀλέξανδρου.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ τοῦ φίλου σήμαινε ἀπώλεια τοῦ Λόγου τῆς ὕπαρξης προσωπικοῦ καὶ ἀπόλυτου, μετατρέποντας τὸν βίο σὲ μαρτύριο. Ἀπὸ ἐδῶ ἀντλεῖ ἡ ρίζα τῆς ἀρχαίας θρησκείας.

“Ἡ λέξη θρησκεία, παράγεται πιθανῶς ἀπὸ τὴν √θρε ἀπ’ ὅπου καὶ τὸ θρέομαι, ποὺ σημαίνει προσεύχομαι[312]. Ἀπὸ τὴν πιθανὴ αὐτὴ ρίζα θεωρεῖται ὅτι ἔρχεται καὶ ὁ θρῆνος. Ἡ ρίζα, στὰ σανσκριτικά, δηλώνει φωνάζω — ἡ λέξη λοιπὸν μᾶς πηγαίνει στὴν οἰμωγή, στὸν γόο (ἀπ’ ὅπου καὶ τὸ γόης), στὸν ἐπικήδειο γοερὸ θρῆνο καὶ τὶς τελετὲς γιὰ τὸν νεκρό, ποὺ συνιστοῦν τὴν ἀρχαιότερη λατρευτικὴ ἐκδήλωση”.[313]

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)