308 “Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ λέξη μετέχειν (πεδέχειν) ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ἀλκαῖο καὶ τὴν Σαπφώ, ἡ λέξη κοινωνία (ξυνονίη) στὸν Ἀρχίλοχο. Ἡ λυρικὴ ποίηση δημιουργεῖ λέξεις καθοριστικὲς γιὰ τὴν πορεία τοῦ πνεύματος, ὅπως: ρυθμός, ἰσομοιρία, διχοστασία, κ.ἄ. Κατανοεῖ τὸ πρόσωπο (καίτοι δὲν χρησιμοποιεῖ αὐτὸ τὸν ὅρο) ὡς ὑπέρβαση καὶ ἄρνηση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ δημιουργεῖ τὶς λέξεις μὲ τὴν πρόθεση ‘σύν’, συμμαχία, συνίημι, συνηβῶ, συμπόσιον, σύνοδος, συμπάσχειν κ.ἄ.” — Δρακόπουλος, Κείμενα μὲ σπασμένη ἑνότητα, Θεσ/νίκη 1995, σ. 181.

309 Κόρνφορντ, Ἡ ἄγραφη φιλοσοφία, ὅ.π., σ. 10.

310 Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, ὅ.π., σ. 114.

311 Σόμερσταϊν, “Μαθαίνοντας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες”, μτφρ. Γ. Βαλσάμης, Ἐποπτεία Ἰουνίου 1992, σελ. 78 καὶ 81–2. Ὁ Βιντὰλ–Νακὲ (Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, μτφρ. Στέλλα Γεωργούδη, Ἀθήνα 1988, σ. 217), θεωρεῖ τελείως βέβαιο ὅτι μέτρησε ἡ διπλὴ ψῆφος τῆς Ἀθηνᾶς στὴν ἀθώωση τοῦ Ὀρέστη.

312 Liddell–Scott, Λεξικόν. Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ θρέομαι σημαίνει φοβοῦμαι, ταράσσομαι: Ματθ. 24.6, Μάρκ. 13.7, Β΄ Θεσσ. 2.2. Ἡ παραγωγὴ τῆς θρησκείας ἀπὸ τὸ θρώσκω, ποὺ βλέπω νὰ χρησιμοποιοῦν ἀρκετοὶ συγγραφεῖς, φαίνεται παρετυμολογία.

313 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 24.

314 Πλωτίνου Ἐννεάδες 1, κεφ. 7, ἑν. 3.

315 Ἐπίκτητος, Διατριβαί, βιβλ. 1, κεφ. 14, ἑν. 6.

316 Ὅ.π., βιβλ. 1, κεφ. 9, ἑν. 1–7.