Στὸν βαθμὸ ποὺ ἀναπτύσσονται δουλικὰ αἰσθήματα καὶ νομικιστικὴ θρησκευτικότητα ὁ μανιχαϊσμὸς δημιουργεῖται, ὑφέρπει καὶ ὑποσκάπτει στὴν πράξη, ἀσχέτως ἂν δὲν ἐντάσσεται σαφὴς καὶ ἀναγνωρίσιμος στὸ δόγμα. Στὸν Ὅμηρο ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ θυμώνει μὲ τὸν Δία, καὶ νὰ ἔχει ἑνότητα μέσα στὸν ἴδιο τὸν θυμό. Ἡ πίστη ὡς πειθαρχία, φασίζουσα / δουλεύουσα, γεννάει μανιχαϊσμὸ στὴν πράξη, ὅ,τι κι ἂν προβλέπει τὸ δόγμα, ἐπειδὴ τότε, ἀντὶ Κυρίου τῶν Δυνάμεων ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐπίσης καὶ περισσότερο δικό του κυρίαρχο καὶ πηγὴ ἄνοιας. Χωρὶς οἰκειότητα, παρρησία, εὐθύτητα, ὁ μανιχαϊσμὸς δὲν ἀποφεύγεται. Ἡ φιλοσοφία προϋποθέτει θαυμασμό, ὅπως ἐξηγοῦσε ὁ Σωκράτης, κι ὁ θαυμασμὸς δὲν ἀποκλείει τὴν οἰκειότητα — ἀντιθέτως! Ἡ ζωντανὴ ψυχὴ δὲν καταλαβαίνει γιὰ οἰκεῖο της τὸ πιὸ συνηθισμένο ἢ γνωστὸ ἢ ἰδιωτικό,[279] ἀλλὰ τὸ θαυμαστὰ ταιριαστό.

ΕΙΚΟΝΑ τῆς ἀκεραιότητας αὐτῆς ὑπάρχει ἐπίσης στὴν ἐπιστημονικὴ σκέψη τῶν ἀρχαίων. Γιὰ παράδειγμα, στὸν ὁρισμὸ τοῦ Εὐκλείδη ὅτι τέλειος ἀριθμός ἐστιν ὁ τοῖς ἑαυτοῦ μέρεσιν ἴσος ὤν,[280] δὲν ἱδρύεται μιὰ αὐθαιρεσία, ὁσοδήποτε εὐφάνταστη, γόνιμη, κλπ, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται οἰκειοποίηση τοῦ ὅλου, ἀπαγορεύοντας ἀναγνώριση τελειότητας ὅπου συμβαίνει ἀπώλεια, ἡ ὁποία εἶναι ἀπώλεια σώματος[281] γιὰ τὴν γεωμετρικὴ μαθηματικὴ τῶν ἀρχαίων καὶ ὄχι ἀφηρημένη ἀριθμολογικὴ στέρηση.[282]

Ἡ δυτικῆς καὶ ἀραβικῆς προελεύσεως σπουδὴ ἀντιμετώπισε τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἐπιστήμη μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἔμφαση ἀπ’ ὅση ἔδιναν οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαῖοι, μὲ μονομέρεια στὸν βαθμὸ τῆς ὕβρεως καὶ ἄρα τῆς παραμορφώσεως καὶ τερατογενέσεως. Ἡ ‘καθυστέρηση’ τῶν ἀρχαίων, παρὰ τὰ ἀμέσως προφανῆ μειονεκτήματα τῶν ἀκεραίων στὴν μαθηματικὴ περιγραφή, δὲν σημαίνει ὑπερβολικὸ λογικισμὸ ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο: καταλαβαίνοντας τὴν πραγματικότητα νὰ ὑπερβαίνει τὸν ὑπο–λογισμό, ἀντὶ εἰσαγωγῆς ἀρρήτων, διαφόρου εἴδους ἀριθμῶν καὶ πάλι, προτίμησαν νὰ στρέφουν τὴν προσοχή τους πέρα ἀπὸ κάθε δυνατὴ ἀρίθμηση. Τὸ ἴδιο φαίνεται καὶ ἀλλιῶς.

Ἀκόμη καὶ τὸ ἄροτρο, στοιχειῶδες τοῦ στοιχειώδους βιοπορισμοῦ τους, δὲν τελειοποιήθηκε καθόλου ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἡσίοδου![283] Ἡ ἰατρικὴ καταδικάστηκε ἐν τῇ γενέσει της ἐπειδὴ ἀπέφευγαν νὰ διαμελίζουν τὸ ἀνθρώπινο σῶμα.[284] Πρὶν ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πολιτισμὸ εἶχε ἀνακαλυφθεῖ ἡ γεωργία, ἡ ὑποταγὴ καὶ χρήση τῶν ζώων, ἡ ὀχυρωματικὴ καὶ ἡ μνημειακὴ ἀρχιτεκτονική, ἡ βάρκα, τὸ ἄροτρο, ὁ τροχός, ἡ ὕφανση, ἡ κεραμοποιία, ἡ μεταλλουργία, ἡ γραφή…[285]

“Γύρω στὰ 2.500 π.Χ. ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος σχεδὸν σταμάτησε, καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἑπόμενων τριῶν χιλιετηρίδων σημειώθηκε μικρὴ πρόοδος … Σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἐπανάσταση ποὺ προηγήθηκε οἱ τρεῖς αὐτὲς χιλιετηρίδες ἀποτελοῦν περίοδο τεχνολογικῆς στασιμότητας”.[286]

Ταυτόχρονα πρωτοφανοῦς προόδου, ἂν συνεκτιμήσει κανεὶς τὴν θεωρία τῆς τεχνολογίας. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ συμβαίνει ἐπανάσταση, καὶ σὲ ἀνώτερη τάξη, ὅπου δὲν ζητοῦνται νέες ἐφευρέσεις ἀλλὰ θεωρητικὴ ἀξιολόγηση κάθε δυνατῆς τεχνικῆς καὶ ἐργαλείου.

Θὰ περίμενε κανεὶς ἰσχυρότερη ἀνάπτυξη τῆς τεχνικῆς στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ἐφόσον ὑπῆρχε καὶ Θεὸς ‘εἰδικευμένος’ στὰ τεχνικά, ἐμφανιζόταν ἀπὸ μηχανῆς Θεός, ἐτιμᾶτο πολυμήχανος ἥρωας — ἀκόμη καὶ ὁ Ἔρωτας δὲν ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὸ τόξο καὶ τὰ βέλη. Ἡ θεωρία τῆς τεχνολογίας ἀναπτύσσεται κυρίως στὴν κλασικὴ περίοδο, μὲ τοὺς σοφιστές, τὴν τραγικὴ ποίηση, τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη, τὸ δὲ κυρίαρχο πόρισμα τῆς συζήτησης ἀποκρινόταν στὸν βαθύτερο (δηλαδὴ τὸν ὁμηρικὸ) ψυχισμὸ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐκφράστηκε ἀπὸ τοὺς τραγικοὺς καὶ τὸν Πλάτωνα. Ἡ τεχνολογία θεωρήθηκε δίκοπο μαχαίρι, οὕτως ἢ ἄλλως σχετικῆς ἀξίας, ἑπομένως δευτερεύουσα γιὰ τὶς δικές τους ἱεραρχήσεις καὶ προτεραιότητες.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)