Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΑ ὁ Θεὸς ἔπαιρνε ἀνθρώπινη παρουσία (ἀνδρὶ ἐοικώς),[579] ὅπως ὁ ἄνθρωπος θεϊκή (γυνὴ ἐϊκυῖα θεῇσιν).[580] Ὁ ἡμίθεος ἀπολάμβανε μόνιμη ἕνωση, ὅμως οἱ φύσεις δὲν μοιράζονταν τὰ ἰδιώματά τους μὲ πληρότητα, ὥστε τὴν ἐπωνυμία του ἐξουσίαζε τὸ ἥμισυ, ἡ ἴδια ἡ ἀτέλεια. Τὴν ἔκφραση ἀνθρωποδαίμων ἔχει χρησιμοποιήσει μόνο ὁ Εὐριπίδης, μία φορά,[581] χωρὶς νὰ μεταβάλλει τὴν ἡμι–θεϊκή του ὑπόσταση, ἐνῷ ἤδη ὁ ὅρος δαίμων εἶναι ἀμφιλεγόμενος, ἔχει καὶ ἀρνητικὴ σημασία, τοὐλάχιστον στὸν Εὐριπίδη, ἀλλὰ ὄχι μόνο.[582] Τὸ ὕψος τῆς ἀνθρώπινης φύσης παρὰ τὸ πάθος ἰλιγγιῶδες στὴν τελειότητά της δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει πλήρη γλωσσικὴ ἔκφραση χωρὶς ἐπίγνωση ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος παντοτινὰ παραμένοντας τέλειος Θεός: περιβλήθηκε τὴν φύση μας, ὄχι γιὰ νὰ τὴν ἀφήσει πάλι, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἔχει πάντα μαζί Του, θὰ ἐξηγήσει ὁ Χρυσόστομος.[583]

Χωρὶς συνείδηση τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ ἑνὸς προαιώνιου πατρικοῦ Λόγου, μολονότι “ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία περιεῖχε διηγήσεις γιὰ θεοὺς ποὺ γεννιῶνταν (ὅπως ὁ Ἀπόλλων καὶ ἡ Ἄρτεμις, ὁ Ἑρμῆς, ὁ Διόνυσος καὶ ὁ ἴδιος ὁ Δίας) καὶ πέθαιναν (ὅπως ὁ Διόνυσος καὶ ὁ Κρητικὸς Δίας)”,[584] οἱ Ἕλληνες ἀδυνατοῦσαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν πλήρως στὴν γλῶσσα τὰ ἴδια τὰ αἰσθήματα καὶ τὶς ἐνοράσεις τους, στὸν βαθμὸ ἀκριβῶς ποὺ διαμόρφωναν περισσότερο θεοπρεπεῖς ἔννοιες! Μποροῦσαν νὰ ζοῦν σὲ ἑνότητα μὲ τὸν Λόγο, ἡ φύση τους νὰ μὴν ἐμποδίζει ἀλλὰ νὰ ἀντιλάμπει τὶς θεῖες ἐνέργειες — καὶ ὅμως, ἀναλογιζόμενοι ἔφθαναν νὰ συκοφαντοῦν τὴν ἴδια τὴν ζωὴ καὶ πεῖρα τους τοῦ θείου μαζὶ καὶ ἀνθρώπινου πάθους, ὁπότε ὄχι πιὰ ἡ ζωὴ ἀλλὰ ἡ γλῶσσα, τὸ πιὸ ὑψηλὸ καὶ πρωταρχικὸ ἀνάμεσα στὰ ἔργα τους, ἀντὶ γιὰ λειτουργὸς νόστου καὶ σημεῖο εὐλογίας, γινόταν ξαφνικὰ ἐμπόδιο καὶ κατάρα.

“Πάλι, λοιπόν, θὰ παρακαλέσουμε τὸν Ὅμηρο καὶ τοὺς ἄλλους ποιητές, νὰ μὴ κάνουν τὸν Ἀχιλλέα, ποὺ ἦταν γυιὸς τῆς θεᾶς, νὰ πέφτει κάτω στὸ χῶμα, ἄλλοτε μὲ τὴν πλευρά του, ἄλλοτε ἀνάσκελα, ἄλλοτε μπρούμυτα, καὶ κάποτε ὄρθιος νὰ τριγυρίζει ἀνόητα στὴν ὄχθη τῆς ἀκούραστης θάλασσας, οὔτε νὰ παίρνει μὲ τὰ δυό του χέρια στάχτη καὶ νὰ τὴν ρίχνει στὸ πρόσωπό του καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κλάματα καὶ ὀδυρμούς· … καὶ πολὺ περισσότερο θὰ παρακαλέσουμε τοὐλάχιστον νὰ μὴ κάνουν τοὺς Θεοὺς νὰ ὀδύρονται”.[585]

Ἡ ἀλλοτρίωση αὐτὴ ἔφθειρε τελειωτικὰ τὴν θρησκεία τῶν ἀρχαίων, εὐνοῶντας τὶς πολιτισμικὲς προϋποθέσεις τῆς κατάρρευσης τῶν Πόλεων καὶ τῆς ἀνάπτυξης τοῦ ἑλληνιστικοῦ συγκρητισμοῦ,[586] ὅπου ἀκόμα καὶ ἀναφομοίωτοι θεοὶ ἢ καὶ διάφορες μαγεῖες μποροῦσαν νὰ ἀναμιγνύονται ἀλόγως. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ ἐπιστροφὴ σὲ προ–πυθαγόρειες, μαγικὲς καὶ ‘σαμανιστικὲς’ ὄψεις τῆς ἑλληνικῆς θρησκευτικότητας, ἀλλὰ χρωματισμένες τώρα ἀπὸ τὴν συγκρητιστικὴ ἀπελπισία. Τὰ πολιτικὰ (μὲ τὴν στενὴ σημασία) ἕπονται, ὅπως συνέβη καὶ σὲ ἄλλες περιόδους: γιὰ ποιό λόγο δὲν ἀκολούθησε συγκρητισμὸς τὴν ἅλωση τοῦ Βυζαντίου καὶ τὴν ‘ματαίωση’ τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου, ἐνῷ δημιουργεῖται σήμερα συγκρητισμός, στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα;

Λέγεται συχνὰ πὼς οἱ ἀρχαῖοι ἦσαν ἀτομικιστές, γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἑνωθοῦν πολιτικά, κλπ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲν εἶχαν ἀρκετὴ δειλία καὶ μικρότητα γιὰ νὰ ἐπιδιώκουν ἐπιβίωση μὲ ἄνθινο εἶδαρ, πειθαρχῶντας σὲ σκιὲς τοῦ Ὀνόματος, ὁσοδήποτε μεγαλοπρεπεῖς. Ἡ ζωντανὴ πεῖρα δὲν ἄφηνε νὰ κυριαρχήσει μηδενισμός, ἀλλὰ μὲ τὴν ἄγνοια τοῦ Ὀνόματος καταφατισμὸς καὶ ἀποφατισμὸς ταυτίζονταν, μεταφέροντας στὸ ἐπίπεδο τῶν θρησκειῶν τραγικὰ μᾶλλον παρὰ μηδενιστικὰ οὔτε κἂν ἁπλῶς συγκρητιστικά, ὅ,τι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔβλεπε στὴν ὕπαρξη: “καὶ ὅλων τὸ τέλος εἶσαι, καὶ ἕνας, καὶ ὅλα, καὶ κανένας, /… ὄνομά σου τὰ ὀνόματα ὅλα — πῶς νὰ σὲ καλέσω;”[587]