Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ δὲν συζητάει μὲ ὅλους. Ὄχι περιφρονῶντας, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ συζητήσει — δὲν μοιράζονται τὸ ἴδιο θέμα μαζί του, ἐνδιαφέρει τὴν ψυχή τους κάτι ἄλλο κυρίως παρὰ αὐτὸ ποὺ δηλώνουν ὅτι συζητοῦν. Κι ὁ Ἀριστοτέλης γνώριζε πὼς ἡ παιδεία, ὄχι μιὰ ἀπόδειξη, εἶναι τὸ μόνο ποὺ θὰ ἐξηγοῦσε γιατί μπορῶ νὰ καλέσω στὴν ἴδια συνάντηση τὸν Πλάτωνα κι ἕναν ἀγράμματο γέροντα τῆς ἐρήμου, ἀλλὰ ὄχι τὸ 99% τῆς μοντέρνας ‘διανόησης’.

“Δὲν ἑρμηνεύουν κἂν πλέον τοὺς φιλοσόφους τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἑρμηνεύουν τί ὁ τάδε ἑρμηνευτὴς εἶπε γιὰ τὸν τάδε ἑρμηνευτή, ὁ ὁποῖος ἑρμήνευε, ἂς ποῦμε, τὸν Λάιμπνιτς. Αὐτὸ σημαίνει ἐπίσης ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας ὑφίσταται μία τρομερὴ παραμόρφωση, διότι διαμελίζεται ἀνάμεσα σ’ ἕναν σχολαστικὸ ἀκαδημικισμὸ καὶ στὶς ἀποδομητικὲς ἢ ξεχαρβαλωτικὲς ἀσχετότητες”.[140]

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν νοεῖται σχολικο–σχολαστικὴ ‘οἰκειοποίηση’ τῆς ἀρχαιότητας. Στὴν ἑλληνικὴ παράδοση ὁ στοχασμὸς δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν ὑπολογισμὸ καὶ ἐχθρεύεται τὴν εἰδίκευση — ἡ φιλοσοφία δὲν εἶναι διερεύνηση διαφόρων ‘ἀντικειμένων’ οὔτε καθήλωση στὸ μερικό. Φιλοσοφικὴ σκέψη, στὸν βαθμὸ τῆς γνησιότητάς της, συμβαίνει μὲ προϋποθέσεις ποὺ ἑνοποιοῦν καὶ δυναμώνουν τὴν ψυχὴ ἐφόσον ἐπιστρέφει στὸ ἴδιο ὑψηλό, μέσα στὸ ὁποῖο δημιουργήθηκαν τὰ περισσότερο σημαντικὰ ἔργα τοῦ παρελθόντος. Ἔτσι καταλαβαίνουμε γιατί “τὸ μουσεῖο μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ἔνοχοι, σὰν κλέφτες…

“Νιώθουμε ἀμυδρὰ ὅτι ὑπάρχει κάποιο χάσιμο κι ὅτι αὐτὴ ἡ κατάνυξη γεροντοκόρης, αὐτὴ ἡ σιωπὴ νεκρόπολης, αὐτὸς ὁ σεβασμὸς Πυγμαίων δὲν εἶναι τὸ ἀληθινὸ περιβάλλον τῆς τέχνης, ὅτι τόσες προσπάθειες, τόσες χαρὲς καὶ τόσες λύπες, τόση ὀργή, τόση δουλειά, δὲν ἦταν προορισμένες ν’ ἀντανακλοῦν μιὰ μέρα τὸ θλιβερὸ φῶς τοῦ Λούβρου…”[141]

Σὲ ὅποιον ἤδη ἄρχισε νὰ ἀποφεύγει ἢ ποτὲ δὲν γνώρισε τὴν ἄψυχη ἔρευνα, ὁ Συκουτρῆς ἐξηγεῖ πὼς ἡ ἰσχὺς τῆς ἀπάντησης ἐγγράφεται στὴν ποιότητα τῆς ἐρώτησης, δηλαδὴ ὅτι αὐτὸ ποὺ προέχει ἐξ ἀρχῆς καὶ διὰ παντὸς στὴν ζήτηση νοήματος δὲν εἶναι ἡ ἴδια ἡ εὕρεση οὔτε κἂν ἡ ζήτηση, ἀλλὰ κυρίως οἱ ὑπαρξιακὲς προϋποθέσεις της — “ἀπὸ ποιὲς ἀμφιβολίες ξεκίνησες… Πῶς κατέληξες σὲ αὐτήν εἰδικὰ τὴν πίστη, τί ἐσωτερικοὺς ἢ κι ἐξωτερικοὺς ἀγῶνες σοῦ στοίχισε, πῶς διαμορφώνει τώρα τὴν ζωὴ καὶ τὶς πράξεις σου

“Ὁποιαδήποτε λύση, ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ σωστή, χάνει τὴν ἀξία της, γίνεται κάτι ἐπιφανειακό, [ἂν τὴν προσεγγίζεις σὰν νὰ ἦταν ‘ἕνα δεδομένο’, δηλαδὴ] ὅταν σταματήσεις νὰ αἰσθάνεσαι ἀνοιχτὸ μέσα σου τὸ πρόβλημα ποὺ τὴν ἐπέβαλε, ὅταν πιστέψεις ὅτι [ὡς ἀληθινὴ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ] εἶναι ὁριστική [, ὅταν πάψεις νὰ μυεῖσαι στὴν ἀπάντηση, ἢ ἂν ἡ ἀπάντησή σου δὲν εἶναι τέτοια ποὺ νὰ χρειάζεται μύηση]. Γιατὶ δὲν εἶναι οἱ ἀπαντήσεις, ἀλλὰ οἱ ἐρωτήσεις ἐκεῖνες ποὺ κρατοῦν τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος πάντοτε ζωντανὸ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἄγρυπνη”.[142]

Παραμερίζοντας προκαταλήψεις, ὑστεροβουλίες καὶ κάθε φόβο, ὥστε, ὅπως ἔλεγε ὁ Πλωτῖνος,[143] νὰ μὴ συνδοξάζω, νὰ μὴ σκέπτονται μαζί μου τὰ (ὅσα νομίζω ὡς) ἰδανικὰ ἢ συμφέροντα, ἡσυχάζω σὲ ὅ,τι ἀναζητῶ, ἐξαντλῶντας συνεχῶς, διαρκῶς καὶ ἔμπρακτα τὸ ἐρώτημα τί ἀκριβῶς σκέπτομαι, τὴν οὐσίαν ἑκάστου,[144] γιὰ ποιὸ λόγο σκέφτομαι — κυρίως: θὰ μποροῦσα νὰ ζήσω χωρὶς νὰ σκεφτῶ; εἶναι ἡ σκέψη μου κάτι μέσα στὸ ὁποῖο νὰ μπορῶ νὰ ζήσω;

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)