“Δὲν ἑρμηνεύουν κἂν πλέον τοὺς φιλοσόφους τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἑρμηνεύουν τί ὁ τάδε ἑρμηνευτὴς εἶπε γιὰ τὸν τάδε ἑρμηνευτή, ὁ ὁποῖος ἑρμήνευε, ἂς ποῦμε, τὸν Λάιμπνιτς. Αὐτὸ σημαίνει ἐπίσης ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας ὑφίσταται μία τρομερὴ παραμόρφωση, διότι διαμελίζεται ἀνάμεσα σ’ ἕναν σχολαστικὸ ἀκαδημικισμὸ καὶ στὶς ἀποδομητικὲς ἢ ξεχαρβαλωτικὲς ἀσχετότητες”.[140]

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν νοεῖται σχολικο–σχολαστικὴ ‘οἰκειοποίηση’ τῆς ἀρχαιότητας. Στὴν ἑλληνικὴ παράδοση ὁ στοχασμὸς δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν ὑπολογισμὸ καὶ ἐχθρεύεται τὴν εἰδίκευση — ἡ φιλοσοφία δὲν εἶναι διερεύνηση διαφόρων ‘ἀντικειμένων’ οὔτε καθήλωση στὸ μερικό. Φιλοσοφικὴ σκέψη, στὸν βαθμὸ τῆς γνησιότητάς της, συμβαίνει μὲ προϋποθέσεις ποὺ ἑνοποιοῦν καὶ δυναμώνουν τὴν ψυχὴ ἐφόσον ἐπιστρέφει στὸ ἴδιο ὑψηλό, μέσα στὸ ὁποῖο δημιουργήθηκαν τὰ περισσότερο σημαντικὰ ἔργα τοῦ παρελθόντος. Ἔτσι καταλαβαίνουμε γιατί “τὸ μουσεῖο μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ἔνοχοι, σὰν κλέφτες…