“Ὁποιαδήποτε λύση, ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ σωστή, χάνει τὴν ἀξία της, γίνεται κάτι ἐπιφανειακό, [ἂν τὴν προσεγγίζεις σὰν νὰ ἦταν ‘ἕνα δεδομένο’, δηλαδὴ] ὅταν σταματήσεις νὰ αἰσθάνεσαι ἀνοιχτὸ μέσα σου τὸ πρόβλημα ποὺ τὴν ἐπέβαλε, ὅταν πιστέψεις ὅτι [ὡς ἀληθινὴ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ] εἶναι ὁριστική [, ὅταν πάψεις νὰ μυεῖσαι στὴν ἀπάντηση, ἢ ἂν ἡ ἀπάντησή σου δὲν εἶναι τέτοια ποὺ νὰ χρειάζεται μύηση]. Γιατὶ δὲν εἶναι οἱ ἀπαντήσεις, ἀλλὰ οἱ ἐρωτήσεις ἐκεῖνες ποὺ κρατοῦν τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος πάντοτε ζωντανὸ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἄγρυπνη”.[142]