Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ τοῦ πανθέου ξεθώριαζαν καὶ ἡ παλιὰ θρησκευτικότητα κατέρρεε στοὺς τύπους μιᾶς εὐλάβειας ποὺ ὅμως δὲν ἔγινε ποτέ καθαρὰ τυπική. Ὁ τύπος ἀφοροῦσε διαρκῶς λιγώτερο στὸ ἴδιο τὸ πάνθεον, μὲ τὴν οὐσία νὰ μετατίθεται σὲ παράλληλη βαθύτερη γνώση, ἡ ὁποία περιεῖχε τὸ παρερχόμενο τῶν τελετῶν καὶ ὅλης τῆς θρησκείας, ὑπερβαίνοντας καὶ φανερώνοντάς το σὲ πιὸ πραγματικὴ σημασία του καὶ ἀκόμη ἄξιο ὣς ἕνα βαθμὸ στοὺς ἴδιους τοὺς δικούς του ὅρους, ἐνῷ ἤδη εἶχε στραφεῖ καὶ ψηλάφιζε αἰώνια βασιλεία παιδός,[525] ὅπως τὴν ἔβλεπαν νὰ σαρκώνεται.

“Ἔχει γίνει εἰκόνα τοῦ νοεροῦ, Θεὸς αἰσθητός, μέγιστος καὶ ἄριστος, κάλλιστος καὶ τελειότατος, ἕνας οὐρανὸς αὐτὸς ἐδῶ, γιατὶ εἶναι μονογενής”.[526]

 

ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ γιὰ πρώτη φορὰ ἡ ἑλληνικὴ σκέψη διαμορφώνει μὲ ἔνταση μιὰ εἰκόνα τοῦ κόσμου ὡς ἐνσαρκώσεως τῆς θείας σοφίας, ἀνακτῶντας τὴν ἄπειρη[527] ζάθεη[528] γῆ τῆς ἐπικῆς ποίησης σὲ νέα συνειδητότητα. Ἡ δήλωση, Τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι,[529] δὲν καταργεῖ τὰ αἰσθητὰ ὡς τέτοια, ἀλλὰ ἀποδίδει σωματικότητα στὸ νοεῖν: ὁτιδήποτε ὑπάρχει εἶναι ἔννοια καὶ κάθε ἔννοια σωματικὸ ὄν. Τίποτα τὸ ἐνδεχόμενο δὲν κινδυνεύει στὴν κοσμικὴ σφαῖρα, τὴν ὁποία συγκροτεῖ ἔνυλη σκέψη καὶ νοερὴ ὕλη διαρθρωμένη σὲ παντοτινό, φωτεινὸ καὶ πλήρη ὀργανισμό.

Τὸ πέλειν δὲν σημαίνει παλίντροπο μετοχὴ στὸ εἶναι καὶ τὸ μηδέν.[530] Τὰ μέλη δὲν παραχωροῦν τὴν θέση τους, ἀλλὰ βρίσκονται συμπαγῶς ἁρμοσμένα στὸ ὅλον. Κάθε τὶ μετέχει τοῦ Ἑνὸς καὶ εἶναι τὸ Ἕνα μέσα στὴν ταυτότητά του:[531] ὅπου δὲν βρίσκεται τὸ ἴδιο, ἀναδύεται ἐπίσης ἑνιαῖο μέρος τοῦ ὅλου, δηλαδὴ ἡ ὕπαρξη δὲν θραύεται στὰ ὅρια, ἀλλὰ κάθε τι ὑφίσταται ἐσωστρεφῶς καὶ συνάπτεται αἰώνια στὸ ὅλον.[532] Τὸ Νόημα δὲν βρίσκεται μόνο στὴν πρόταση, ἀλλὰ ἐπίσης στὴν κάθε λέξη: μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνωρίζει ὁλόκληρο τὸ εἶναι στὸ πιὸ μικρὸ μέρος, ἐπειδὴ μικρὸ καὶ μεγάλο ἀπειρίζονται καὶ ταυτίζονται.

Στὸ ποίημα τοῦ Παρμενίδη δὲν ἀπομένει πραγματικὴ θέση γιὰ τὸ μηδέν. Αὐτὸ ἐμφανίζεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη συνείδηση, ὡς προϊὸν μεροληψίας[533] ἀνύπαρκτης στὴν πλησμονὴ τῆς ἀλήθειας.[534] Τὸ γίγνεσθαι καταλαβαίνει ὡς ἀπώλεια ὅποιος παρασύρεται στὰ ὅριά του, ἀντὶ τοῦ Ἑνὸς βιώνοντας δικό του πέρας. Ἡ συνείδηση αὐτὴ λογίζεται φρόνημα θανάτου καὶ ἄγνοια.[535] Τὸ σοφὸν θεᾶται μόνο ἀκίνητη αἰώνια συνοχή,[536] ἑνωμένο ὅπως εἶναι μὲ ὅλα, καὶ πέρα ἀπὸ ὅλα κεχωρισμένον,[537] ὅπως φανερώνεται στὸ οὐράνιο παλάτι ὅπου προσκαλεῖται ὁ φιλόσοφος. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος συνομιλοῦν ὑπεράνω τοῦ παντὸς καὶ παραμένοντας ἑνωμένοι μὲ ὅλα, ἀφοῦ τὸ ἓν πᾶν εἶναι θεῖος Λόγος, οἱ ἀθάνατες ὀντοέννοιες ποὺ συγκροτοῦν τὴν ὕπαρξη.

Ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Παρμενίδη εἰσέφερε στὴν πλατωνικὴ καὶ τὶς νεοπλατωνικὲς προσλήψεις τῆς ὕπαρξης καὶ δι’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἄμεσα,[538] στὸ ἑρμηνευτικὸ πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς θεολογίας.[539] Δὲν μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸν Λόγο τῆς χριστιανικῆς παράδοσης, ἐφόσον δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς ἰδιαίτερο πρόσωπο, δὲν προέρχεται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων, δὲν ἔχει ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, οὔτε ὑπερβατικότητα ὡς πρὸς τὴν κτίση.

Πάνω ἀπ’ ὅλα, τὸ σύμπαν τοῦ Παρμενίδη ὑφίσταται τραυματικά, κυριολεκτικῶς κομματιάζοντας τὴν ἀθανασία, ἐφόσον τὰ μέρη δὲν διακρίνονται μόνο ὅπως μέλη ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴν διάρκεια: ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του κανένα μέρος δὲν συμπίπτει μὲ τὸ ὅλον. Τί εἴδους ἀπειρία, παντοτινὴ ζωὴ καὶ ἀμετακίνητη οὐσία προϋποθέτει τὸ ἴδιο τὸ ἀντίθετό της, ἀνυπέρβλητη περατότητα τῆς ὕπαρξης; Ὅπως συνοψίζει ὁ Πόππερ, “ὁ Παρμενίδης βλέπει τὴ ζωὴ σὲ ὅλη της τὴ ζεστασιά, τὴν κίνηση, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ποίηση. Ἀλλὰ ἡ παγερὴ ἀλήθεια εἶναι ὁ θάνατος”.[540] Καὶ ἀκόμη πιὸ παραστατικὰ ὁ ΜακΝάις: