“Ἔχει γίνει εἰκόνα τοῦ νοεροῦ, Θεὸς αἰσθητός, μέγιστος καὶ ἄριστος, κάλλιστος καὶ τελειότατος, ἕνας οὐρανὸς αὐτὸς ἐδῶ, γιατὶ εἶναι μονογενής”.[526]

 

ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ γιὰ πρώτη φορὰ ἡ ἑλληνικὴ σκέψη διαμορφώνει μὲ ἔνταση μιὰ εἰκόνα τοῦ κόσμου ὡς ἐνσαρκώσεως τῆς θείας σοφίας, ἀνακτῶντας τὴν ἄπειρη[527] ζάθεη[528] γῆ τῆς ἐπικῆς ποίησης σὲ νέα συνειδητότητα. Ἡ δήλωση, Τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι,[529] δὲν καταργεῖ τὰ αἰσθητὰ ὡς τέτοια, ἀλλὰ ἀποδίδει σωματικότητα στὸ νοεῖν: ὁτιδήποτε ὑπάρχει εἶναι ἔννοια καὶ κάθε ἔννοια σωματικὸ ὄν. Τίποτα τὸ ἐνδεχόμενο δὲν κινδυνεύει στὴν κοσμικὴ σφαῖρα, τὴν ὁποία συγκροτεῖ ἔνυλη σκέψη καὶ νοερὴ ὕλη διαρθρωμένη σὲ παντοτινό, φωτεινὸ καὶ πλήρη ὀργανισμό.