Στὸ ποίημα τοῦ Παρμενίδη δὲν ἀπομένει πραγματικὴ θέση γιὰ τὸ μηδέν. Αὐτὸ ἐμφανίζεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη συνείδηση, ὡς προϊὸν μεροληψίας[533] ἀνύπαρκτης στὴν πλησμονὴ τῆς ἀλήθειας.[534] Τὸ γίγνεσθαι καταλαβαίνει ὡς ἀπώλεια ὅποιος παρασύρεται στὰ ὅριά του, ἀντὶ τοῦ Ἑνὸς βιώνοντας δικό του πέρας. Ἡ συνείδηση αὐτὴ λογίζεται φρόνημα θανάτου καὶ ἄγνοια.[535] Τὸ σοφὸν θεᾶται μόνο ἀκίνητη αἰώνια συνοχή,[536] ἑνωμένο ὅπως εἶναι μὲ ὅλα, καὶ πέρα ἀπὸ ὅλα κεχωρισμένον,[537] ὅπως φανερώνεται στὸ οὐράνιο παλάτι ὅπου προσκαλεῖται ὁ φιλόσοφος. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος συνομιλοῦν ὑπεράνω τοῦ παντὸς καὶ παραμένοντας ἑνωμένοι μὲ ὅλα, ἀφοῦ τὸ ἓν πᾶν εἶναι θεῖος Λόγος, οἱ ἀθάνατες ὀντοέννοιες ποὺ συγκροτοῦν τὴν ὕπαρξη.