Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΜΕΤΟΧΗ τῶν ἀνθρώπων στὶς θεῖες δυνάμεις μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀναγνωρίζονται γένος Θεοῦ, καὶ ἡ διαρκὴς συνομιλία μὲ τὸ θεῖο μαζὶ καὶ ἀνθρώπινο πρόσωπο τῆς πατρικῆς Ἀρχῆς, εἶναι ὁ φυσικὸς χῶρος τῶν πλατωνικῶν Ἰδεῶν[551] — ἀδύνατος, ἂν ἀντὶ γιὰ “πατέρα ἀνθρώπων ἐπίσης καὶ θεῶν”,[552] “ποιητὴ καὶ πατέρα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ παντός”,[553] ὑπῆρχε φρικτὸ τέρας, εἴτε ἀπρόσωπη ‘μιὰ ἀνώτερη δύναμη’, ἢ καὶ ἁπλὴ ἀκαταληψία, κι ἂν ἡ στενὴ συνάφεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲν ἀποκάλυπτε τὴν παρουσία τῶν Ἰδεῶν ἔνσαρκη, προσωπική, παιδαγωγικὴ καὶ ἐρωτική.

“Τοὺς ὁμηρικοὺς θεοὺς δὲν τοὺς δημιούργησε κάποια ἠθικὴ τάση … [χάρη στὴν ζωντανὴ ἐγγύτητα τῆς θείας παρουσίας] ὁ ἄνθρωπος [ἀναγνωρίζει τὴν συγγένειά του μὲ τὸν Θεό, ὥστε οἰκειοποιούμενος τὴν φύση του ὡς θεία φύση δὲν διστάζει καὶ νὰ] ἐξεικονίζει στοὺς θεοὺς τὸν ἑαυτό του σ’ ὅλη του τὴν ποικιλία καὶ τὴν πολυμορφία, τὴν τροπὴ τοῦ νοῦ του, τὴν ἰδιοσυγκρασία του, ἀκόμη καὶ τὶς ἰδιοτροπίες του … Κάθε θεὸς καὶ θεὰ ἔχουν τοὺς εὐνοουμένους τους, ποὺ τοὺς ἐκτιμοῦν, τοὺς ἀγαποῦν καὶ τοὺς βοηθοῦν ὄχι ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ [μεροληπτικὴ] προτίμηση, ἀλλὰ γιὰ κάποια ψυχοδιανοητικὴ σχέση ποὺ [ἐκφράζοντας πληρέστερα τὴν συγγένειά τους] συνδέει θεὸ καὶ ἄνθρωπο”.[554]

Τὴν σημασία τῶν πλατωνικῶν Ἰδεῶν ὡς θείων δυνάμεων ἀναγνωρίζει ἡ χριστιανικὴ παράδοση ἤδη μὲ τὸν μάρτυρα Ἰουστῖνο, στὸν Διάλογο πρὸς Τρύφωνα[555] ἀρχὲς τοῦ δευτέρου αἰῶνος. Ὁ Αὐγουστῖνος ἐπίσης: “ὁ Πλάτων ἔλεγε γιὰ τὶς Ἰδέες αὐτὲς ὅτι ἔχουν τόση δύναμη, ὥστε ὄχι μόνο δημιούργησε κάτι ὁ οὐρανὸς σύμφωνα μὲ αὐτές, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος σύμφωνα μὲ αὐτὲς ἔγινε”.[556] Ἔχοντας τὴν θεία φύση οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀναλλοίωτες, ὥστε χαριζόμενες ἀφθαρτίζουν, μεταδίδουν στὸν ἄνθρωπο τὸ ἴδιο τὸ ἀναλλοίωτο.[557]

“Ἡ ἴδια ἡ ἰσότητα, ἡ ἴδια ἡ καλωσύνη καὶ ὀμορφιά, τὸ ἴδιο καθένα ποὺ ὑπάρχει, τὸ ὄν, μήπως ἐπιδέχεται ποτὲ μιὰ μεταβολὴ ὁποιαδήποτε; Ἢ μήπως πάντοτε καθένα τους ποὺ ὑπάρχει, ἔχοντας ἁπλὸ εἶδος τὸ καθένα καθεαυτό, παραμένει τὸ ἴδιο διαρκῶς καὶ ποτέ μὲ κανένα τρόπο καθόλου δὲν ἐπιδέχεται καμμιά ἀλλοίωση;”[558]

Τὶς θεῖες δυνάμεις ἢ Ἰδέες μεταδίδει ὁ ἔρωτας γιὰ νὰ μεταδοθεῖ ὁ ἴδιος: προχωρῶντας καταλαβαίνει κανεὶς τὴν ἐρωτικὴ ὁδὸ νὰ μεταμορφώνεται παρακλητικὰ στὶς δυνάμεις ποὺ περιέχει, ἐπιστρέφοντας τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό της ποὺ εἶναι καὶ ὁ πιὸ δικός του ἑαυτός.[559] Τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Δία δὲν σημαίνει βία, ἀλλὰ τὸν Θεὸ ὡς ἀρχὴ μέσα σὲ κοινὴ φύση, ἀρχὴ ἀγάπης παρὰ ἐξουσίας, ὅπως καταλάβαινε καὶ ὁ Ἀριστοτέλης:

“Ἡ ἐξουσία πάνω στὰ παιδιὰ εἶναι βασιλική: ὁ γεννήτορας ἄρχει ἐπειδὴ ἀγάπησε καὶ ἐπειδὴ προηγήθηκε, αὐτό εἶναι τὸ εἶδος τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς. Γι’ αὐτὸ σωστὰ ὁ Ὅμηρος ἀποκάλεσε τὸν Δία Πατέρα ἀνθρώπων ἐπίσης καὶ θεῶν, τὸν βασιλέα ὅλων. Γιατὶ στὴν φύση του [στὸ ἀξίωμά του] πρέπει νὰ διαφέρει ὁ βασιλέας, ἀλλὰ στὸ γένος [στὴν οὐσία του] νὰ εἶναι ἴδιος, τὸ ὁποῖο ἀκριβῶς ἰσχύει γιὰ τὸ γηραιότερο πρὸς τὸ νεώτερο καὶ γιὰ τὸν γεννήτορα πρὸς τὸ παιδί του”.[560]

“Ἀνεπαισθήτως φθάνουν στὴν Ἀρχή, καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλους τὰ Παιδιὰ τοὺς προϋπαντοῦν”,[561] ἐξηγεῖ ὁ Χαίλντερλιν γιὰ ὅσους φωτίζονται καὶ ἀναγνωρίζουν “τοὺς συμπολῖτες καὶ τὸ γένος τους, τοὺς πρωτότοκους, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀπογραφεῖ στοὺς οὐρανούς”.[562]

Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)

Αρχική σελίδα