Τὶς θεῖες δυνάμεις ἢ Ἰδέες μεταδίδει ὁ ἔρωτας γιὰ νὰ μεταδοθεῖ ὁ ἴδιος: προχωρῶντας καταλαβαίνει κανεὶς τὴν ἐρωτικὴ ὁδὸ νὰ μεταμορφώνεται παρακλητικὰ στὶς δυνάμεις ποὺ περιέχει, ἐπιστρέφοντας τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό της ποὺ εἶναι καὶ ὁ πιὸ δικός του ἑαυτός.[559] Τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Δία δὲν σημαίνει βία, ἀλλὰ τὸν Θεὸ ὡς ἀρχὴ μέσα σὲ κοινὴ φύση, ἀρχὴ ἀγάπης παρὰ ἐξουσίας, ὅπως καταλάβαινε καὶ ὁ Ἀριστοτέλης:

“Ἡ ἐξουσία πάνω στὰ παιδιὰ εἶναι βασιλική: ὁ γεννήτορας ἄρχει ἐπειδὴ ἀγάπησε καὶ ἐπειδὴ προηγήθηκε, αὐτό εἶναι τὸ εἶδος τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς. Γι’ αὐτὸ σωστὰ ὁ Ὅμηρος ἀποκάλεσε τὸν Δία Πατέρα ἀνθρώπων ἐπίσης καὶ θεῶν, τὸν βασιλέα ὅλων. Γιατὶ στὴν φύση του [στὸ ἀξίωμά του] πρέπει νὰ διαφέρει ὁ βασιλέας, ἀλλὰ στὸ γένος [στὴν οὐσία του] νὰ εἶναι ἴδιος, τὸ ὁποῖο ἀκριβῶς ἰσχύει γιὰ τὸ γηραιότερο πρὸς τὸ νεώτερο καὶ γιὰ τὸν γεννήτορα πρὸς τὸ παιδί του”.[560]