“Τοὺς ὁμηρικοὺς θεοὺς δὲν τοὺς δημιούργησε κάποια ἠθικὴ τάση … [χάρη στὴν ζωντανὴ ἐγγύτητα τῆς θείας παρουσίας] ὁ ἄνθρωπος [ἀναγνωρίζει τὴν συγγένειά του μὲ τὸν Θεό, ὥστε οἰκειοποιούμενος τὴν φύση του ὡς θεία φύση δὲν διστάζει καὶ νὰ] ἐξεικονίζει στοὺς θεοὺς τὸν ἑαυτό του σ’ ὅλη του τὴν ποικιλία καὶ τὴν πολυμορφία, τὴν τροπὴ τοῦ νοῦ του, τὴν ἰδιοσυγκρασία του, ἀκόμη καὶ τὶς ἰδιοτροπίες του … Κάθε θεὸς καὶ θεὰ ἔχουν τοὺς εὐνοουμένους τους, ποὺ τοὺς ἐκτιμοῦν, τοὺς ἀγαποῦν καὶ τοὺς βοηθοῦν ὄχι ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ [μεροληπτικὴ] προτίμηση, ἀλλὰ γιὰ κάποια ψυχοδιανοητικὴ σχέση ποὺ [ἐκφράζοντας πληρέστερα τὴν συγγένειά τους] συνδέει θεὸ καὶ ἄνθρωπο”.[554]