“Ἀνεπαισθήτως φθάνουν στὴν Ἀρχή, καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλους τὰ Παιδιὰ τοὺς προϋπαντοῦν”,[561] ἐξηγεῖ ὁ Χαίλντερλιν γιὰ ὅσους φωτίζονται καὶ ἀναγνωρίζουν “τοὺς συμπολῖτες καὶ τὸ γένος τους, τοὺς πρωτότοκους, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀπογραφεῖ στοὺς οὐρανούς”.[562]

“Συμβαίνει αὐτό, μοῦ εἶπε, νὰ εἶναι παντοτινὸς ὁ ἔρωτας ποιῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ ἐπιδιώκουν, γιὰ ποιά πράξη τους τὴν σπουδὴ καὶ τὴν κοινή τους ὁρμὴ θὰ τὴν λέγαμε ἔρωτα; … Εἶναι ἡ γέννηση στὴν Ὀμορφιά … καὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι Θεῖο … Ὅποιος βλέπει τὴν Ὀμορφιὰ μὲ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς, θὰ κυοφορήσει ὄχι εἴδωλα ἀρετῆς, ἐπειδὴ δὲν ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ κάποιο εἴδωλο, ἀλλὰ τὴν ἀληθινὴ ἀρετή, γιατὶ ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἀληθινό. Κι ἔχοντας γεννήσει καὶ θρέψει τὴν ἀληθινὴ ἀρετή, θὰ γίνει φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀθάνατος ὁ ἴδιος, ἂν πράγματι ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἀθάνατος. Μήπως σοῦ φαίνεται ἄσχημη μιὰ τέτοια ζωή;”[563]