Ἡ ὑπερίσχυση τοῦ ὅρου ‘Ἰδέα’ στὰ πλατωνικὰ κείμενα ἴσως ὑποβάλλει ὡς κυριώτερη τὴν ἐννοιολογικὴ διάσταση, ἑνωμένη ὅμως μὲ τὴν ὅραση[574] κι ἔτσι μὲ τὶς ὑπόλοιπες αἰσθήσεις καὶ σύνολη τὴν αἰσθητὴ πραγματικότητα, ἡ δὲ ὑποβολὴ ἰσχύει ὡς τέτοια ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐννοιολογικὴ φύση της προκρίνεται μέσα καὶ ἀνάμεσα στὴν φύση της ὡς δύναμης καὶ ἀρετῆς, δηλαδὴ προϋποθέτοντας διαρκῶς ἐνεργὲς τὶς ὑπόλοιπες πλευρές της. Στὸν ἀνθρώπινο νοῦ ἡ πλατωνικὴ ἰδέα ὑπάρχει ὡς δημιουργικὴ μνήμη ζωντανῆς καὶ προσωπικῆς πραγματικότητας, κίνησης μεταμορφωτικῆς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀκόμη κίνησης ποὺ ἐκφράζει τὴν μεταμόρφωση αὐτὴ ἢ γνησιότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὶς διϋποκειμενικὲς σχέσεις καὶ σὲ κάθε ἀναφορὰ σὲ ὁποιοδήποτε ὄν.