Η ΙΔΙΑ ἡ ἀρχαία φιλοσοφία μείωνε τὴν σημασία τοῦ Ὅμηρου, εἴτε ἐπικρίνοντας τὸν ἀνθρωπομορφισμὸ εἴτε, στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα, εἰκάζοντας ἀκόμη καὶ ἀποθεώσεις συγκεκριμένων ἀνθρώπων. Αὐτὸ δὲν εἶναι παρεξήγηση, μικρότητα καὶ ‘ἀχαριστία’, ἀλλὰ συνέπεια τῶν προόδων της καὶ προϋπόθεση τῆς λειτουργίας της. Ἀφορμώμενος ἀπὸ τὴν ὁμηρικὴ γνώση ὡς προσωπική του ὁ φιλόσοφος μετέφερε τὴν ψυχὴ διαρκῶς περισσότερο στὴν οἰκειοποίηση τοῦ πιὸ ἄμεσου παρόντος της, ὥστε ὄχι σὲ τυφλὴ ἀπομύθευση ἀλλὰ στὸ αἴτημα γιὰ νέες συμβολιστικὲς καὶ ποιητικὲς διαστάσεις. Ὁ ὁμηρικὸς διάλογος Ὀδυσσέα καὶ Ἀθηνᾶς καθεαυτὸν μειονεκτοῦσε, ὅσο ἡ δυνατότητα καὶ πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς σχέσης μὲ τὸν Θεὸ ἀνέπτυσσε περαιτέρω τὶς θεολογικὲς ἐπιγνώσεις, διεκδικῶντας στὸν φιλοσοφικὸ καὶ ποιητικὸ συμβολισμὸ ἀνανεωμένους ὅλες τὶς πλευρὲς τοῦ πιὸ ἄμεσου βίου.