ΒΙΩΣΗ ἰσοσθενῶν συγκρουόμενων δυνάμεων δημιουργεῖ ἀπορία, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ γιὰ τὴν ἀνάδυση τῆς τραγικῆς συνείδησης, ἡ ὁποία προϋποθέτει στὴν ἀντίθεση ταυτόχρονα ἀπόλυτη ἀξιολόγηση καὶ τέλεια ἰσοκυρία. Ὅσο λείπει βέβαιη καὶ ἀπόλυτη ἀξιολόγηση, οἱ συγκρούσεις συντελοῦνται μᾶλλον κατὰ τύχην ἐξ ἀνάγκης,[588] μὲ ἀναγκαία τύχη.[589]

Ἡ ἐσωτερικότητα τῆς ἀρχαίας ψυχῆς ἔνοιωθε τὴν πίεση ὁρίων τόσο πιὸ ἀνυπέρβλητων, ὅσο ἀκριβῶς συνέχιζε νὰ μεγαλώνει γνησιώτερη. Δὲν ἦταν λοιπὸν ὕβρις, ἂν καὶ μποροῦσε νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ὕβρις. Ἦταν κίνηση στὰ ὅρια τῆς θλίψης, τῆς πίστης καὶ τῆς ὑπομονῆς, ὑπέρβαση τοῦ θνητοῦ φρονήματος ὡς ὑπομονὴ τῆς θνητότητας (γνῶθι σεαυτόν, ὑπὸ τὴν σημασία τοῦ θνητὰ φρονεῖν), ἄσκηση καὶ κάθαρση — ὅπως τὸ λέει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης: κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη, καὶ μήν ἀπελπίζεσαι.[590] Τὴν ἄσκηση αὐτὴ πραγματοποιεῖ ἡ τραγωδία, καρπὸς καὶ τρόπος τοῦ ὑπαρξιακοῦ διαλόγου καὶ ἔσχατου φιλοσοφικοῦ ἀδιεξόδου τῶν Ἀθηναίων, μορφὴ τῆς ὑψηλότερης συνείδησης καὶ ἀπορίας τῆς ζωῆς, συζήτησης καὶ φιλίας τους, ἡ ὁποία σαρκώνεται ὡς φιλοσοφικὴ ἑνότητα τῶν ποιητικῶν καὶ μυθοθρησκευτικῶν παραδόσεων.

Δὲν ὑποστηρίζει ἱκανὸς λόγος τὴν προέλευση τῆς τραγωδίας “ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον”.[591] Ἂν ἀπὸ μόνη της μιὰ μορφὴ τέχνης δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει νέες μορφές, ἀναγκαῖα ἐξαντλούμενη στὴν διάνοιξη ἁπλῶν δυνατοτήτων, τέτοια ἐξήγηση ματαιώνεται καὶ τὸ πρόβλημα μετατίθεται στὴν προέλευση καὶ διαμόρφωση τοῦ ἴδιου τοῦ διθύραμβου — τοῦ ὁποίου ἡ ἀναγωγὴ στὴν ἔφεση καὶ χαρὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸ μιμεῖσθαι καὶ τὸ μανθάνειν,[592] ἀκόμη καὶ ἂν ἦταν ὀρθή, πάντως θὰ ἀπέμενε ὑπερβολικὰ ἀφηρημένη γιὰ νὰ κατανοήσουμε ἔστω λίγο τὴν ποίηση τῆς ἀρχαίας Πόλης.

Μιὰ ἰδιαίτερη πνευματικότητα ἀποτελεῖ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ τὸν χῶρο, μέσα στὸν ὁποῖο συμβαίνουν δημιουργίες, ὥστε ἀνάγεται κανεὶς ἔγκυρα στὶς ἀρχὲς ἀναγνωρίζοντας συγκεκριμένες δρῶσες πνευματικὲς δυνάμεις, κι ἐφόσον ἔχουν ἤδη παραγάγει ἔργο, διακρίνοντας ἐπίσης ἐνδεχόμενες σχέσεις τους μὲ τὶς σημασίες προηγουμένως ἐγκατεστημένων μορφῶν. Ἑπομένως προέχει νὰ ἀναγνωρίζεται ὁ πνευματικὸς λόγος ποὺ ὑπηρετεῖ καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχεται ὁ διθύραμβος, ἂν πράγματι συντελεῖ στὴν ἐμφάνιση τῆς τραγωδίας καὶ ἂν εἶναι νὰ προκύψει σημαντικὴ ἔστω καὶ ἐσφαλμένη[593] ἀντίληψη τῆς ὅλης πορείας στοιχειωδῶς συνεκτική. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀναγωγὴ αὐτὴ γίνεται ταυτοχρόνως δυνατὴ καὶ ἡ ἀναγνώριση βαθμῶν καὶ τρόπων συμμετοχῆς τῆς ποιητικῆς μορφῆς ὡς τέτοιας στὴν ποιότητα τῶν σημασιῶν.

 

ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, μὲ τὴν θεμελιακὴ ἀξία της στὴν ζωὴ τῶν Ἀθηναίων τοῦ πέμπτου αἰῶνος, εἰκόνισε ἡ τραγικὴ ποίηση στὴν μετρημένη προσθήκη πρωταγωνιστῶν, μόνο ἑνὸς ἀρχικά, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θέσπις ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν ἁπλὸ θρησκευτικὸ ὕμνο: οἱ κρίσιμες διαφοροποιήσεις εἶναι λίγες,[594] καὶ πρωταρχικὴ παρέμενε πάντα ἡ διάκριση τοῦ προσώπου ὡς αἰχμῆς ἡγετικῆς καὶ ἄλλοτε ἀνατρεπτικῆς μιᾶς περισσότερο ἀπρόσωπης “συλλογικῆς ἀλήθειας, τῆς ἀλήθειας τοῦ μέσου πολίτη”,[595] τοῦ τῷ πλήθει δοκοῦντος, ὅπως τὸ ἀποκαλοῦσε ὁ Πλάτων.[596] Γιὰ τὴν Πόλη ὡς τέτοια ἡ τραγικὴ διάκριση τοῦ πρωταγωνιστῆ συμβολίζει τὸν κίνδυνο μαζὶ καὶ τὴν σωτηρία της, σκέψη ποὺ ἀγωνιᾶ καὶ ἀγωνίζεται νὰ οἰκειοποιηθεῖ, ἀπορρίψει ἢ μεταμορφώσει τὴν συγκεντρωμένη δύναμη καὶ συνήθειά της ὁλόκληρη: “στὴν Πόλη τῶν Ἀθηνῶν ἡ Βουλὴ προτείνει καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀποφασίζει, ἐνῷ στὶς τραγωδίες ὁ χορὸς δὲν ἀποφασίζει ποτέ, ἢ οἱ ἀποφάσεις του γίνονται ἀντικείμενο σαρκασμοῦ. Κατὰ γενικὸ κανόνα, αὐτὸς ποὺ παίρνει τὶς ἀμετάκλητες ἀποφάσεις, αὐτὲς ποὺ ἐνυπάρχουν σὲ κάθε τραγωδία, εἶναι ὁ ἥρωας — ἢ ἡ δύναμη ποὺ τὸν κινεῖ”.[597]