Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΤΗΝ ΑΡΧΗ τῆς Βάπτισης τοῦ ἑλληνισμοῦ ζητῶ στὸν Ὅμηρο, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσο πολλῶν ἡ ἀρχή (“ἀπὸ τὴν ἀρχὴ σύμφωνα μὲ τὸν Ὅμηρο ἔχουν διδαχθεῖ ὅλοι”[210]), ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλεισθεῖ οὔτε αὐτὸ χωρὶς πολὺ σοβαρὴ μελέτη. Ἐνδεχομένως καὶ ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ ἐδῶ ἔχει τὴν αἰτία της,[211] καὶ ἡ ἴδια ἡ δύναμη μὲ τὴν ὁποία ἡ σημασία τοῦ προσώπου ἐξαπλώνεται ἀπόλυτη σὲ ὅλο τὸ εὖρος τῆς ἑλληνικῆς δημιουργικότητας, ὅπως τὸ μαρτυρεῖ ἡ μεταγενέστερη ποίηση καὶ φιλοσοφία, καὶ ἀκόμη πιὸ ἐντυπωσιακά, ὡς εὑρισκόμενη πέρα τῆς ἄμεσης γλωσσικῆς ἰσχύος, ἡ εἰκαστικὴ ὁρμή, ἡ ὁποία μετὰ τὸν Ὅμηρο ἀπέφυγε σταδιακὰ τὴν ἄσκοπη ἀφαίρεση τῆς γεωμετρικῆς περιόδου καὶ συγκεντρώθηκε στὸ νόημα.

“Γύρω στὰ μέσα τοῦ (8ου) αἰώνα, ἐμφανίζεται καὶ ἡ ἀνθρώπινη μορφὴ σὲ σκηνὲς κάπως πιὸ πολυσύνθετες … Αὐτὲς οἱ σκηνὲς μὲ ἀνθρώπινες μορφὲς ἀρχίζουν νὰ διακοσμοῦν καὶ τὰ μικρότερα ἀγγεῖα, προσφέροντας ἔτσι τὴν ἀρχαιότερη καὶ σαφέστερη ἔκφραση τῆς ἀφηγηματικῆς τέχνης, μιᾶς τέχνης ποὺ ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο τῆς κλασικῆς παράδοσης”.[212]

Παρὰ τὴν πληθώρα καὶ συχνὰ μεγάλη ἀξία — καί γλωσσική[213] — τῶν χριστιανικῶν συγγραφῶν, στὸν Ὅμηρο ἐμπιστεύονταν τὸ ἀλφαβητάρι τους οἱ Βυζαντινοὶ σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Αὐτοκρατορίας.[214] Αὐτὸ δὲν θὰ συνέβαινε, ἂν οἱ λέξεις του ἀφοροῦσαν σὲ ἀξιοπεριφρόνητο Θεό, ὁσοδήποτε σοφὲς ἂν ἦσαν οἱ ὑπόλοιπες διηγήσεις του καὶ ὁσοδήποτε σπουδαία ἡ γλῶσσα του. “Εἶναι ἀλήθεια βασιλικὸ πρᾶγμα ἡ ποίηση τοῦ Ὅμηρου … γεμάτη ἀπὸ μυριάδες καλά … καὶ ἀδύνατο νὰ πεῖ κανεὶς πόση φρόνηση περιποιεῖται σὲ ὅποιον θέλει νὰ τὴν προσέξει”, δηλώνει ὁ Εὐστάθιος, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης,[215] ἐνῷ στὸ Ὑπόμνημα στὴν Ὀδύσσεια ἐπιτίθεται μὲ σφοδρότητα σὲ ὅσους ἀπορρίπτουν τὴν μελέτη τοῦ Ὅμηρου, ἐξηγῶντας ὅτι μᾶλλον δὲν ἀντιλαμβάνονται ποιὰ σημασία καὶ λειτουργία ἔχει ὁ μῦθος. Ἐγὼ πολλάκις ἐθαύμαζον τὸν Ὅμηρον ἐπερχόμενος, ἐξομολογεῖται ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας Ἀρέθας, ἀναγνωρίζοντας στοὺς μύθους πραγμάτων μόνον ἀλληγορίαν ὀξέως πᾶσι τὸ λυσιτελοῦν προμηθουμένην.[216] Φαίνεται μάλιστα πὼς ἀρκετοὶ ἀποστήθιζαν.

“Ὁ Συνέσιος τὸν 5ο αἰῶνα μιλάει γιὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνηψιοῦ του νὰ ἀποστηθίζει τὸν Ὅμηρο (μάθαινε πενήντα στίχους τὴν ἡμέρα), ἐνῷ ὁ Ψελλός, ἀπὸ πολὺ μικρός, ἤξερε ὁλόκληρη τὴν Ἰλιάδα ἀπ’ ἔξω … Καὶ τοὺς ἄλλους ποιητὲς τοὺς διάβαζαν καὶ τοὺς μάθαιναν, κανένας ὅμως δὲν εἶχε τὴν ἀνώτατη αὐτὴ θέση ποὺ διατήρησε ὣς τὸ τέλος ὁ Ὅμηρος”.[217]

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ὁτιδήποτε στὸν Ὅμηρο ποὺ νὰ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό; Καὶ γάρ τ’ ὄναρ ἐκ Διός ἐστιν. Ἰδίως ὅ,τι ἐπικρίθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαία καὶ τὴν πατερικὴ φιλοσοφία — ὁ ἀνθρωπομορφισμὸς τοῦ Ὀλύμπου εἶναι ἡ μεγαλύτερη προσφορὰ τοῦ Ὅμηρου, προετοιμάζοντας τὸν ἑλληνισμὸ νὰ ἀκούσει τὰ Καλὰ Νέα, καὶ κατόπιν εἰσάγοντας τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσεια στὴν Βυζαντινὴ σκέψη.

Μεγάλου βάθους καὶ ἐκτάσεως ἑνότητα τῆς θείας φύσης μὲ τὴν ἀνθρώπινη δὲν περιγράφεται μέχρι σήμερα ἀπὸ κανένα μή χριστιανικὸ πολιτισμό, ἐκτὸς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Ἴσως γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ “οἱ Ἕλληνες τῆς κλασικῆς ἐποχῆς δὲν εἶχαν προσέξει τοὺς Ἰουδαίους, καίτοι παρουσίαζαν σοβαρὸ ἐνδιαφέρον, ἔστω καὶ γιὰ μόνο τὸν ἀξιοπερίεργο γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μονοθεϊσμό τους”.[218] Ἴσως ἔτσι ἐξηγεῖται ἐπίσης γιατί ἀπὸ κανένα δὲν ἔχει ἐκτιμηθεῖ ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα ὅσο ἀπὸ χριστιανικοὺς λαούς: κατ’ ἐξοχὴν οἱ λαοὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης γνωρίζουν τὸν Λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ἀνθρωπότητα στὸ σύνολό της ἀποτελεῖ θεῖο γένος.