Δὲν ὑποστηρίζει ἱκανὸς λόγος τὴν προέλευση τῆς τραγωδίας “ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον”.[591] Ἂν ἀπὸ μόνη της μιὰ μορφὴ τέχνης δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει νέες μορφές, ἀναγκαῖα ἐξαντλούμενη στὴν διάνοιξη ἁπλῶν δυνατοτήτων, τέτοια ἐξήγηση ματαιώνεται καὶ τὸ πρόβλημα μετατίθεται στὴν προέλευση καὶ διαμόρφωση τοῦ ἴδιου τοῦ διθύραμβου — τοῦ ὁποίου ἡ ἀναγωγὴ στὴν ἔφεση καὶ χαρὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸ μιμεῖσθαι καὶ τὸ μανθάνειν,[592] ἀκόμη καὶ ἂν ἦταν ὀρθή, πάντως θὰ ἀπέμενε ὑπερβολικὰ ἀφηρημένη γιὰ νὰ κατανοήσουμε ἔστω λίγο τὴν ποίηση τῆς ἀρχαίας Πόλης.