587 Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Δογματικὰ ἔπη, PG 37, 507· πρβλ. Β΄ Κορ. 3.17, καὶ τὸν Συμεών, Ὕμνος ΜΕ΄, στ. 7–11.

588 Πλάτων, Νόμοι 889c.

589 Σοφοκλῆς, Ἠλέκτρα, στ. 48· τὰ χωρία Πλάτωνα καὶ Σοφοκλῆ γιὰ τὴν ἀναγκαία τύχη, ἐπισημαίνει ὁ Γκάθρυ, A History of Greek Philosophy, τ. Β΄, ὅ.π., σ. 164, ὅπου συζητάει τὸ θέμα περισσότερο, ἰδίως στὴν σ. 414 κ.ἑ.

590 Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Περὶ προσευχῆς (ἀπὸ Σαχάρωφ, ὅ.π., σ. 382). Πρβλ. τὸν Πορφύριο, Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ εὐχαριστία, ὅ.π., σ. 49: “ὅταν χάνετε τὴν θεία χάρι, νὰ μήν κάνετε τίποτα.

591 Ἀριστοτέλης, Περὶ ποιητικῆς 1449a.

592 Ὅ.π., 1448b.

593 Ἡ σημαντικότητα μιᾶς ἑρμηνείας βρίσκεται πέρα ἀπὸ σωστὸ καὶ λάθος, καθαρὰ στὴν δύναμή της νὰ διεγείρει καὶ γονιμοποιεῖ τὴν σκέψη. Ἐφόσον καθενὸς ἡ πραγματικὴ μόρφωση προκύπτει κυρίως ἀπὸ ἐντός, δὲν δημιουργεῖ πρόβλημα ἡ διδασκαλία ἀκόμη καὶ ἐσφαλμένων πεποιθήσεων, ἂν ἔχει τὴν σημαντικότητα αὐτή, διεγείροντας τὴν προσωπικὴ σκέψη καὶ δημιουργικότητα, ἔτσι διανοιγόμενη καὶ σὲ διορθώσεις.

594 Ἐπίγνωση ἐντεινόμενη καὶ ἀπὸ τὴν χρήση προσωπείων–συμβόλων τῶν κύριων συναισθημάτων, δηλαδὴ τοῦ χαρακτῆρα.

595 Βιντὰλ–Νακέ, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 193.

596 Φαῖδρος 273a.

597 Βιντὰλ–Νακέ, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 194.

598 Ὅ.π., σ. 183.

599 Ὅ.π., σ. 184.

600 Τὴν ἐπανάληψη ζητοῦσαν μὲ τὸ ἐπιφώνημα ‘αὖθις’, σημειώνει ὁ Ραγκαβῆς, Λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας, τ. Α΄, ὅ.π., σ. 371.

601 Βιντὰλ–Νακέ, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 202.

602 Παπαρρηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, βιβλ. 16, ὅ.π., σ. 44.

603 Πρβλ. τὸν Ράνσιμαν, (Βυζαντινὸς πολιτισμός, ὅ.π., σ. 23), γιὰ τὴν ἀπουσία πραγματικῆς πνευματικῆς ἀνησυχίας στὶς σχολὲς τῶν φιλοσόφων, τὴν ὥρα ποὺ “ἡ διδασκαλία τῶν πατέρων βρισκόταν πολὺ πιὸ κοντὰ στὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία.”

604 Βερνάν, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σελ. 37–38.

605 Ὅ.π., σ. 43.

606 Ἰλιάδα Ρ 645–7.

607 Καστοριάδης, θρυμματισμένος κόσμος, ὅ.π., σελ. 84–85.

608 Ὑμπέρ, Συντακτικὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, μτφρ. Γ. Κουρμούλης, Ἀθήνα 1957, σ. 130.

609 Θέογνις, στ. 425–8.

610 Ἡροδότου Α΄, 31.

611 Εὐριπίδης, ἀπ. 449.

612 Φλασελιέρ, δημόσιος καὶ ἰδιωτικὸς βίος τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὅ.π., σελ. 336–7.

613 Αὐτὸν ποὺ ἐνεργεῖ, τὸν ἐνεργοῦντα. Δὲν θὰ συνιστοῦσα τὴν λεξιπλασία τοῦ ἐνεργητή, γιὰ τὴν ὁποία δὲν βλέπω νὰ εὐθύνεται πραγματικὴ μεταφραστικὴ ἀνάγκη, μᾶλλον ἀντιπνευματικὴ προσπάθεια ἀποφυγῆς κάθε ἀρχαιοπρέπειας. Τὸ ἐνεργεῖν ἔχει καθολικὴ ἀναφορὰ (ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐνεργοῦν μὲ διάφορους τρόπους), ἐνῷ ἡ κατάληξη–της φαίνεται νὰ δηλώνει ἐπιμέρους ἐνέργεια ἀποκλειστικῶς (ἐρευνητής, ἀνιχνευτής, ἐπιμελητής, δωρητής, κλπ, τὸ ἴδιο ἀκόμη καὶ ὁ δράστης). Ἔπειτα, πρέπει πιὰ νὰ ὑπολογίζεται ὅτι στὸν κινηματογράφο ἐπιστημονικῆς φαντασίας, ὅταν τὰ πρόσωπα ταυτίζονται τελείως μὲ συγκεκριμμένους καὶ στενοὺς ρόλους μιᾶς μονοσήμαντης ‘κοινωνίας’, ἔχοντας χάσει τὶς καθολικὲς καὶ ἀνθρώπινες διαστάσεις τους, χρησιμοποιοῦνται κατὰ κόρον ἀκριβῶς λέξεις μὲ τὴν κατάληξη αὐτή, ὥστε κάθε σχετικὴ λεξιπλασία, θέλει δὲν θέλει, ἀμέσως παραπέμπει ἐκεῖ. Προσωπικά, ὅταν διάβασα τὸν ὅρο ἐνεργητής, χρειάστηκα ἀρκετὸ χρόνο γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι πρόκειται ἁπλῶς γιὰ τὸν ἐνεργοῦντα καὶ ὄχι γιὰ εἰδικὸ τεχνικὸ προσδιορισμό.

614 Βερνάν, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 87.