“Πατέρα Δία, σῶσε ἀπὸ τὴν ὁμίχλη τοὺς γυιοὺς τῶν Ἀχαιῶν, κάνε πιὰ αἰθρία, δόσε στὰ μάτια μας νὰ δοῦν, καὶ μέσα στὸ φῶς κατάστρεψέ μας, ἀφοῦ ἔτσι θέλεις”.[606]

Ὁ ἀσκούμενος καὶ δοκιμαζόμενος ἄνθρωπος ὑπερέβαινε τὸ ἐφήμερο, ἀλλὰ στεκόταν στὸ Φῶς ἀπρόσιτου διανοητικὰ Λόγου. Τὸ αἴσθημα τοῦ τυχαίου χανόταν τελείως, ἡ αἰτιότητα δὲν ἁπλωνόταν στὰ τυφλά, καὶ ὅμως παρέμενε αἰτιότητα κάποιας ἀνάγκης, ὄχι ἐπειδὴ ἡ πεῖρα μειονεκτοῦσε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἐλλογίκευση βρισκόταν σὲ ἀτέλεια καὶ παρεμβαλλόταν, ἡ λέξη ἀδυνατοῦσε νὰ χωρήσει τέλεια στὸ Νόημά της, ὥστε ἡ αἰτιότητα γινόταν παρουσία δύναμης — ὄχι κυρίως τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ δύναμης τοῦ Νοήματος ὡς ἐπικείμενου καὶ μάλιστα μὲ τρομερὴ ἰσχύ, τὴν ἴδια ἰσχὺ ποὺ ἀκόμη σήμερα νοιώθουν τὰ λόγια μας, ἡ Ζωὴ ἐν τῷ τάφῳ καὶ ὁ ἅδης τρέμει.