Στὴν τραγικὴ τόλμη τοῦ φιλόσοφου βίου τῆς Πόλεως “ὁλόκληρο τὸ θεϊκὸ σύμπαν παρουσιάζεται οὐσιαστικὰ ὡς σύμπαν συγκρούσεων”,[604] ταυτόχρονα ἀνακλῶντας συμβολικὰ τὰ κοινωνιολογικὰ καὶ κοσμολογικὰ ἀπορούμενα τοῦ διαλόγου τους, μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου νὰ φανερώνεται “παγίδα τῶν δικῶν του ἀποφάσεων”,[605] καὶ ἀσυγκρίτως κυριώτερα τόπος ὅπου ἀσκεῖται τὸ πιὸ παράξενο εἶδος βίας, ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἄγνοιας τόσο κρίσιμης καὶ αἰνιγματικῆς, ὥστε νὰ ὑποχωροῦν μπροστά της ὅλα τὰ ἄλλα δεινὰ τελείως. Ἡ τραγικὴ ποίηση ἀποτελεῖ σύμβολο τῆς καρδιᾶς τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκτινασσόμενης στὴν ἑρμηνεία τῆς ὕπαρξης — ἀκραίας ἐντάσεως ἐπανάληψη τῆς ὁμηρικῆς προσευχῆς.

“Πατέρα Δία, σῶσε ἀπὸ τὴν ὁμίχλη τοὺς γυιοὺς τῶν Ἀχαιῶν, κάνε πιὰ αἰθρία, δόσε στὰ μάτια μας νὰ δοῦν, καὶ μέσα στὸ φῶς κατάστρεψέ μας, ἀφοῦ ἔτσι θέλεις”.[606]

Ὁ ἀσκούμενος καὶ δοκιμαζόμενος ἄνθρωπος ὑπερέβαινε τὸ ἐφήμερο, ἀλλὰ στεκόταν στὸ Φῶς ἀπρόσιτου διανοητικὰ Λόγου. Τὸ αἴσθημα τοῦ τυχαίου χανόταν τελείως, ἡ αἰτιότητα δὲν ἁπλωνόταν στὰ τυφλά, καὶ ὅμως παρέμενε αἰτιότητα κάποιας ἀνάγκης, ὄχι ἐπειδὴ ἡ πεῖρα μειονεκτοῦσε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἐλλογίκευση βρισκόταν σὲ ἀτέλεια καὶ παρεμβαλλόταν, ἡ λέξη ἀδυνατοῦσε νὰ χωρήσει τέλεια στὸ Νόημά της, ὥστε ἡ αἰτιότητα γινόταν παρουσία δύναμης — ὄχι κυρίως τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ δύναμης τοῦ Νοήματος ὡς ἐπικείμενου καὶ μάλιστα μὲ τρομερὴ ἰσχύ, τὴν ἴδια ἰσχὺ ποὺ ἀκόμη σήμερα νοιώθουν τὰ λόγια μας, ἡ Ζωὴ ἐν τῷ τάφῳ καὶ ὁ ἅδης τρέμει.

 

Η ΕΝΤΑΣΗ αὐτὴ καὶ οὐσία τῆς τραγικῆς φιλοσοφίας εἶναι τόσο πρωταρχική, ὥστε ἄφησε γερὸ σημάδι στὴν ἴδια τὴν γλῶσσα, κραταιὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο, ἡ ἴδια γονιμοποιῶντας τὶς περιπέτειες τῶν μυθικῶν Ἡρώων καὶ Θεῶν, φέροντάς τις σὲ ἀκόμα πιὸ καθολικὲς διαστάσεις, τροφοδοτῶντας ἔτσι τὴν φιλοσοφικὴ καὶ συμβολικὴ τραγικὴ ποίηση τῆς κλασικῆς ἐποχῆς τοῦ διαλόγου τους.

“Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ εἶναι ἡ μόνη γλῶσσα τὴν ὁποία ξέρω στὴν ὁποία οἱ ὅροι, οἱ λέξεις, θνητὸς καὶ ἄνθρωπος εἶναι συνώνυμες· ὅταν σὲ ἕνα ἀρχαῖο κείμενο ὑπάρχει ἡ λέξη θνητός, πρόκειται γιὰ ἕναν ἄνθρωπο. Καὶ οἱ γάιδαροι εἶναι θνητοί, ἀλλὰ δὲν πρόκειται γιὰ τοὺς γαϊδάρους … γιατὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά, γιατὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι ξέραν ὅτι ἀναπότρεπτα θὰ πεθάνουν. Στὶς νεώτερες γλῶσσες, μερικὲς φορές, στὰ γαλλικά, στὰ ἀγγλικά, στὰ γερμανικά, βρίσκει κανεὶς τὴν ἔκφραση θνητοί, ἀλλὰ ἡ χρήση της εἶναι ἁπλῶς ἀποτέλεσμα κλασικῆς παιδείας στοὺς ποιητές, δὲν εἶναι ὅρος [ποὺ ἀνήκει στὴν ζωὴ τῆς κοινωνίας καὶ τὴν καθημερινὴ χρήση] τῆς γλώσσας, εἶναι ὅρος φιλολογικός, ὅπου [προϋποθέτοντας τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ἦθος καὶ σὲ αὐτὸ παραπέμποντας μπορεῖ νὰ] λέμε οἱ θνητοὶ κάνουν τοῦτο, ἢ οἱ θνητοὶ κάνουν ἐκεῖνο κλπ”.[607]

Ὁ σταθερὸς θαυμασμὸς γιὰ τὰ ἑλληνικά, τὰ ἔχει περιβάλει μὲ αἴγλη ἀθανασίας, συσκοτίζοντας ἔτσι τὸ γεγονὸς πὼς ἡ ἀξία τους ὀφείλεται καὶ στὴν ἴδια τὴν δική τους ἐσωτερικὴ / συστατικὴ ἐπίγνωση ὅτι εἶναι προσωρινά, ὅπως ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος.

Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἔχουν πολλοὺς χρόνους γιὰ τὶς διάφορες διαστάσεις τοῦ παρελθόντος, ἀνέπτυξαν ἀκόμη καὶ δεύτερο ἀόριστο, δεύτερο παρακείμενο, δεύτερο ὑπερσυντέλικο, δὲν ἔχουν ὅμως ἰδιαίτερο ρηματικὸ τύπο γιὰ τὴν διάρκεια τοῦ μέλλοντος! Στὴν ἀπουσία μέλλοντος διαρκείας εἰκονίζεται ὁ χρόνος ὡς θάνατος, ἐνῷ ἀκόμη καὶ ὁ στιγμιαῖος μέλλοντας, οὔτε κἂν αὐτὸς “δὲν εἶναι μελλοντικὴ πραγματικότητα, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ ἐνεστώτας εἴτε οἱ παρωχημένοι χρόνοι εἶναι παροῦσες ἢ παρωχημένες πραγματικότητες, ἀλλὰ ἐμφαίνει ἁπλῶς κατάσταση ποὺ ὑπάρχει δυνάμει καὶ τείνει νὰ πραγματοποιηθεῖ στὸ παρόν”.[608]