Στὴν τραγικὴ τόλμη τοῦ φιλόσοφου βίου τῆς Πόλεως “ὁλόκληρο τὸ θεϊκὸ σύμπαν παρουσιάζεται οὐσιαστικὰ ὡς σύμπαν συγκρούσεων”,[604] ταυτόχρονα ἀνακλῶντας συμβολικὰ τὰ κοινωνιολογικὰ καὶ κοσμολογικὰ ἀπορούμενα τοῦ διαλόγου τους, μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου νὰ φανερώνεται “παγίδα τῶν δικῶν του ἀποφάσεων”,[605] καὶ ἀσυγκρίτως κυριώτερα τόπος ὅπου ἀσκεῖται τὸ πιὸ παράξενο εἶδος βίας, ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἄγνοιας τόσο κρίσιμης καὶ αἰνιγματικῆς, ὥστε νὰ ὑποχωροῦν μπροστά της ὅλα τὰ ἄλλα δεινὰ τελείως. Ἡ τραγικὴ ποίηση ἀποτελεῖ σύμβολο τῆς καρδιᾶς τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκτινασσόμενης στὴν ἑρμηνεία τῆς ὕπαρξης — ἀκραίας ἐντάσεως ἐπανάληψη τῆς ὁμηρικῆς προσευχῆς.