“Ὁ Θέογνις ἀναφωνεῖ: ‘τὸ πιὸ ἀξιοζήλευτο ἀγαθὸ ἐπάνω στὴ γῆ εἶναι νὰ μὴν ἔχει κανεὶς γεννηθεῖ, νὰ μὴν ἔχει ποτὲ δεῖ τὶς λαμπρὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου· ἢ μιὰ ποὺ γεννήθηκε, νὰ διαβεῖ τὸ γρηγορότερο τὶς πύλες τοῦ Ἅδη καὶ νὰ ἀναπαυτεῖ κάτω ἀπὸ ἕνα παχὺ στρῶμα γῆς’.[609] Ὁ Ἡρόδοτος πιστεύει ἐπίσης: ‘αὐτὸς ποὺ τὸν ἀγαποῦνε οἱ θεοί, πεθαίνει νέος’.[610] Οἱ χοροὶ τῶν τραγωδιῶν συμβουλεύουν πολλὲς φορές: ‘φυλαχτεῖτε νὰ πεῖτε ἕναν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο πρὶν πεθάνει· ξέρετε τί τοῦ φυλᾶνε οἱ θεοί;’ καὶ ὁ Εὐριπίδης σὰν ἠχὼ τοῦ Θέογνι, ὑποστηρίζει πὼς σωστὸ εἶναι νὰ κλαίει κανεὶς αὐτὸν ποὺ γεννιέται, ποὺ ἔχει νὰ τραβήξει τόσες συμφορὲς καὶ νὰ συνοδεύει μὲ τραγούδια χαρᾶς αὐτὸν ποὺ εἶναι πεθαμένος κι ἔχει πάψει πιὰ νὰ ὑποφέρει[611]”.[612]

Ὁρισμένοι μιλοῦν γιὰ ἀτροφικὴ βούληση στοὺς ἀρχαίους ἢ ἀκόμη καὶ γιὰ ἀπουσία βούλησης! Ἴσως δὲν προσέχουν ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ βίωμα τοῦ θανάτου, τὸ ὁποῖο διαμόρφωνε τὴν ἴδια τὴν θεμέλια σύσταση τῆς γλώσσας, βούληση ἔχει γίνει ἤδη στὸν Ὅμηρο τὸ αἴτημα–χωρὶς–αἴτημα τῆς Ἀνάστασης — ὄχι μιὰ οὐτοπία, ὁσοδήποτε ‘ἰδανική’, ἀλλὰ ζωὴ τοῦ πέρα ἀπὸ κάθε ὀργάνωση καὶ σχεδιασμὸ ἀπόλυτου δώρου καὶ μυστηρίου τῆς φιλίας, ἀρχῆς καὶ προορισμοῦ ὅλης τῆς σοφίας καὶ ὅλης τῆς ἀρετῆς. Ζητοῦν στοὺς Ἕλληνες τὴν ρωμαϊκὴ καὶ μοντέρνα βούληση γιὰ παντοδυναμία, καὶ ἀπογοητεύονται, γιατὶ δὲν προσέχουν ὅτι τὸ τελευταῖο ποὺ θέλει ὁ Ἀχιλλέας εἶναι νὰ κυριαρχεῖ: προτιμάει νὰ ἄγεται δοῦλος στὸν ἐπάνω κόσμο ἀντὶ νὰ βασιλεύει στὸν ἅδη, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὁ ἅδης τοῦ εἶναι ἀσύγκριτα προτιμότερος ἀπὸ ἕνα κόσμο ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁ Πάτροκλος.

“Ἡ ἑλληνικὴ κατηγορία τῆς πράξης ἀγνοεῖ τὴν προοπτικὴ ὀργάνωση τοῦ μέλλοντος, ἡ πρακτικὴ δραστηριότητα ἐμφανίζεται τόσο πιὸ τέλεια ὅσο λιγώτερο δένεται μὲ τὸν χρόνο, ὅσο λιγώτερο τείνει πρὸς ἕνα στόχο ποὺ ἡ ἴδια προσχεδιάζει καὶ προετοιμάζει· τὸ ἰδανικὸ τῆς δράσης εἶναι νὰ καταργήσει κάθε χρονικὴ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν ἐνεργητὴ[[613]] καὶ στὴν πράξη του, νὰ τοὺς κάνει νὰ συμπέσουν ὁλότελα σ’ ἕνα ἀπόλυτο παρόν. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες τῶν κλασικῶν χρόνων [καὶ ἤδη στὸν Ὅμηρο], ‘δρῶ’ σημαίνει περισσότερο βγαίνω ἀπὸ τὸν χρόνο, ξεπερνῶ τὸν χρόνο, παρὰ τὸν ὀργανώνω καὶ τὸν ὑποτάσσω”.[614]

Σημειώσεις

579 Ἰλιάδα Ν 357, κ.ἀ.

580 Ὅ.π., Τ 286.

581 Στὸν Ῥῆσο, στ. 971.

582 Ὅπως στὴν συνέχεια, ἐνῷ ἰσχυροποιεῖται ἡ ἀρνητικὴ σημασία, δὲν παύει οὔτε ἡ θετική, μὲ τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο, γιὰ παράδειγμα, ὁ Παῦλος μιλῶντας στοὺς Ἀθηναίους. Ἐντυπωσιακὰ στὸν Βυζαντινὸ ἱστορικὸ Κίνναμο “τὸ ἐπίθετο δαιμόνιος χρησιμοποιεῖται μόνο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ θεϊκοῦ, τοῦ πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα (99.19· 240.5 κ.ἑ.· 264.12)”, σημειώνει ὁ Χοῦνγκερ, Βυζαντινὴ Λογοτεχνία, τ. Β΄, ὅ.π., σ. 245.

583 Χρυσόστομος, Εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην, PG 59, 80· πρβλ. Ἰω. 11.33–38.

584 Γκάθρυ, A History of Greek Philosophy, τ. Β΄, ὅ.π., σ. 258.

585 Πλάτων, Πολιτεία 388a–b.

586 Ὄχι μόνο ἑλληνιστικοῦ, ἤδη στὰ τέλη τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου κλειστὲς ὁμάδες Ἀθηναίων “τελοῦν τὰ μυστήρια ξένων θεῶν, ὅπως εἶναι ἡ Κυβέλη καὶ ἡ Βενδῖς, ἡ Κοτυττώ, ὁ Ἄττις, ὁ Ἄδωνις, ὁ Σαβάζιος…” — Βερνάν, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 309) — καὶ οὔτε μόνο συγκρητισμοῦ: “ὁ Gustav Droysen ποὺ ἔπλασε τὸν ὅρο hellenismus (ἑλληνισμός, ἑλληνιστικὴ περίοδος) … ἐννοοῦσε μὲ αὐτὸν τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ μεσολαβεῖ ἀνάμεσα στὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα καὶ τὴν ἐμφάνιση τοῦ χριστιανισμοῦ, τὸ χρονικὸ διάστημα τῆς ‘συγχώνευσης’ τοῦ ἀνατολικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὸν δυτικὸ κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας … Ὁπωσδήποτε ἡ διάκριση ἀνάμεσα σὲ Ἕλληνες καὶ βαρβάρους ἔγινε λιγώτερο σαφής· διαμορφώθηκε ἕνα εἶδος κοσμοπολιτισμοῦ, ἀλλὰ διατηρήθηκε ὡστόσο ἡ συνείδηση τοῦ Ἕλληνα ὅτι ‘ὡς Ἕλληνας ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους’ (C. Schneider) καὶ ὅτι εἶχε μιὰ ξεχωριστὴ ἀποστολή” — Μπέκ, Βυζαντινὴ Χιλιετία, ὅ.π., σελ. 18–19.