ΒΙΩΣΗ ἰσοσθενῶν συγκρουόμενων δυνάμεων δημιουργεῖ ἀπορία, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ γιὰ τὴν ἀνάδυση τῆς τραγικῆς συνείδησης, ἡ ὁποία προϋποθέτει στὴν ἀντίθεση ταυτόχρονα ἀπόλυτη ἀξιολόγηση καὶ τέλεια ἰσοκυρία. Ὅσο λείπει βέβαιη καὶ ἀπόλυτη ἀξιολόγηση, οἱ συγκρούσεις συντελοῦνται μᾶλλον κατὰ τύχην ἐξ ἀνάγκης,[588] μὲ ἀναγκαία τύχη.[589]

Ἡ ἐσωτερικότητα τῆς ἀρχαίας ψυχῆς ἔνοιωθε τὴν πίεση ὁρίων τόσο πιὸ ἀνυπέρβλητων, ὅσο ἀκριβῶς συνέχιζε νὰ μεγαλώνει γνησιώτερη. Δὲν ἦταν λοιπὸν ὕβρις, ἂν καὶ μποροῦσε νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ὕβρις. Ἦταν κίνηση στὰ ὅρια τῆς θλίψης, τῆς πίστης καὶ τῆς ὑπομονῆς, ὑπέρβαση τοῦ θνητοῦ φρονήματος ὡς ὑπομονὴ τῆς θνητότητας (γνῶθι σεαυτόν, ὑπὸ τὴν σημασία τοῦ θνητὰ φρονεῖν), ἄσκηση καὶ κάθαρση — ὅπως τὸ λέει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης: κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη, καὶ μήν ἀπελπίζεσαι.[590] Τὴν ἄσκηση αὐτὴ πραγματοποιεῖ ἡ τραγωδία, καρπὸς καὶ τρόπος τοῦ ὑπαρξιακοῦ διαλόγου καὶ ἔσχατου φιλοσοφικοῦ ἀδιεξόδου τῶν Ἀθηναίων, μορφὴ τῆς ὑψηλότερης συνείδησης καὶ ἀπορίας τῆς ζωῆς, συζήτησης καὶ φιλίας τους, ἡ ὁποία σαρκώνεται ὡς φιλοσοφικὴ ἑνότητα τῶν ποιητικῶν καὶ μυθοθρησκευτικῶν παραδόσεων.