Δὲν ἀρκοῦσε ἁπλὴ ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα: ἔπρεπε ἡ πίστη νὰ εἶναι ἀπόλυτη, γιατὶ ὄχι μόνο ὁ Λόγος ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπώλεια ἔδειχνε νὰ μὴν ἔχει τέλος. Ὁ μεγάλος κορμὸς τῆς ἑλληνικῆς σκέψης, ἀπὸ Ὁμήρου καὶ συνεχῶς, παρὰ τὶς πληγὲς στὴν ἐπιφάνεια, ἔχει στὸν καρπὸ καὶ στὴν ρίζα του ἀκέραιη ζωντανὴ ἐμπιστοσύνη: “ὅπως γιὰ τοὺς Θεοὺς ὑπάρχει μόνο τὸ ἀγαθὸ καὶ κανένα κακό, ἔτσι ἀκριβῶς γίνεται γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ σώζει τὸν γνήσιο καὶ καθαρὸ ἑαυτό της”.[314] “Οἱ ψυχές”, διακήρυττε ὁ Ἐπίκτητος, “εἶναι ἔτσι ἑνωμένες καὶ συναφεῖς μὲ τὸν Θεό, ὅπως δικά Του μόρια καὶ ἀποσπάσματα. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸ νὰ μὴν αἰσθάνεται κάθε κίνησή τους ὡς κίνηση δική Του καὶ τῆς φύσης Του;”[315]

“Ἂν ὅσα λένε οἱ φιλόσοφοι εἶναι ἀληθινά, πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ γένος τοῦ Θεοῦ, τί ἄλλο μένει νὰ ποῦμε παρὰ ὅ,τι ἔλεγε ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος, ὅταν τὸν ρωτοῦσαν ἀπὸ ποῦ εἶναι, ποτέ δὲν ἀπαντοῦσε ‘ἀπὸ τὴν Ἀθήνα’ ἢ ‘ἀπὸ τὴν Κόρινθο’, ἀλλὰ ‘ἀπὸ τὸν κόσμο’… Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔχει παρακολουθήσει πῶς λειτουργεῖ ὁ κόσμος κι ἔχει καταλάβει ὅτι ‘τὸ πιὸ μεγάλο, τὸ πιὸ ἰσχυρὸ καὶ τὸ πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ ὅλα, εἶναι ὁ ὀργανισμὸς αὐτός, ποὺ ἀποτελοῦν ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἔχουν πέσει τέλεια τὰ σπέρματα, ὄχι μόνο στὸν δικό μου πατέρα οὔτε στὸν παπποῦ μου, ἀλλὰ σὲ ὅλα ὅσα γεννιῶνται καὶ φυτρώνουν στὴν γῆ, καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα στὰ λογικὰ ὄντα, ἐπειδὴ αὐτὰ μόνο ἔγιναν γιὰ νὰ κοινωνοῦν καὶ νὰ συναναστρέφονται μὲ τὸν Θεό, ἑνωμένα ὅπως εἶναι μαζί Του μὲ τὸν λόγο’, γιατί νὰ μὴ πεῖ ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὸν κόσμο; Γιατί νὰ μὴ πεῖ ὅτι εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ; Καὶ γιατί νὰ φοβηθεῖ ὁτιδήποτε ἀπ’ ὅσα συμβαίνουν στοὺς ἀνθρώπους; Ἡ συγγένεια μὲ τὸν Καίσαρα ἢ κάποιον ἄλλο ποὺ ἔχει μεγάλη δύναμη στὴν Ρώμη, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς δίνει ἀσφάλεια, ὑπερηφάνεια καὶ ζωὴ χωρὶς κανένα φόβο — καὶ τὸ νὰ ἔχουμε πατέρα, ποιητὴ καὶ κηδεμόνα τὸν ἴδιο τὸν Θεό, δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὶς λύπες καὶ τοὺς φόβους;”[316]

Ἀλλὰ ὅσο κι ἂν βροντάει σημεῖα ὁ Θεός, καὶ γνωρίζεις ὅτι τὸ κάνει, καὶ ὅσο μεγάλη οἰκειότητα καὶ ἐμπιστοσύνη ἂν παρηγορεῖ τοὺς πόνους, ἡ ἐπίγνωση ὡς τέτοια δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πράγματι ἱκανή, ἂν δὲν τὴν ἁγιάζει τὸ Ὄνομά Του.

Σημειώσεις

241 “Ἀργεῖοι εἶναι πολιτικὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖο ἐπῆραν ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ πρωτεύουσα τῶν Ἀχαιῶν, τὸ Ἄργος. Δαναοὶ εἶναι τὸ ὄνομα ποὺ ὀφείλεται στὴν πρώτη κυρίαρχη φυλὴ στὸ χῶρο τῆς Πελοποννήσου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ἄργους, ἐπὶ ἀρκετοὺς αἰῶνες. Ἀχαιοὶ εἶναι τὸ ὄνομα ποὺ ἀνήκει στὸ φῦλο, τὸ ὁποῖο, ἐνισχυμένο ἀπὸ τοὺς Αἰολεῖς, ἐπῆρε τὴν κυριαρχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς τοῦ ἀρχαϊκοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ κέντρο τὴν πρωτεύουσά τους Μυκῆνες” — Χρήστου, Οἱ περιπέτειες…, ὅ.π., σ. 35.

242 Ἰλιάδα Ι 337–43· πρβλ. Α 149 κ.ἑ., ὅπου ὁ Ἀχιλλέας ἐξηγεῖ πὼς οἱ Τρῶες δὲν τοῦ ἔφταιξαν σὲ τίποτα, ἀλλὰ συμμετέχει στὸν πόλεμο γιὰ χάρη τοῦ Ἀγαμέμνονα καὶ τοῦ Μενέλαου.

243 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 21.

244 Σέλλινγκ, Φιλοσοφία τῆς Ἀποκαλύψεως, μτφρ. Θ. Λουπασάκης, Ἀθήνα 2004, σ. 247.

245 Τοὐλάχιστον ἀμφίβολη, ἐφόσον καὶ γεωγραφικῶς ἡ Τροία δὲν βρισκόταν πέρα τῶν ὁρίων τῆς ‘δυτικῆς πραγματικότητας’.