Πάντα ὁ Θεὸς ὁδηγεῖ τὸν ὅμοιο στὸν ὅμοιο, καταλαβαίνει ὁ Ὅμηρος,[252] ὥστε ὁλόκληρο τὸ συγγενὲς συγκεντρώνεται στὸν ἑαυτό του.[253] Στὸν ἄλλο δὲν ἐρωτευόμαστε μιὰν ἄγνωστη ζωή, ὅπως νόμιζε ὁ Προύστ, ἐρωτευόμαστε τὴν δική μας ζωή, ἀλλὰ ἰσχυρότερη. Ὅπως τὸ λέει ὁ Συμεών, οἱ ἄνθρωποι ἀγαπᾶνε ὅσους τοὺς μοιάζουν / ὅταν φαίνονται κάπως νὰ ξεπερνοῦν τοὺς ἄλλους.[254]

Ἡ Ἑλένη εἶχε τὴν ὄψη τῆς χρυσῆς Ἀφροδίτης,[255] δηλαδὴ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο δέν μποροῦσε νὰ διανοηθεῖ ὁ Πάρις. Κι ὅταν ὑπολόγισε ὁτιδήποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ δῶρο αὐτό, ἀφανίστηκε ἀπὸ ἐμπρός του ἡ ὀμορφιὰ καὶ μαζὶ ὁ ἴδιος, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη στὴν Τροία. Γι’ αὐτὸ ὁ Ὅμηρος τελειώνει τὴν Ἰλιάδα μὲ τὸν θάνατο τοῦ Ἕκτορα. Ὄχι ραψωδία, οὔτε φράση δὲν καταδέχεται γιὰ τὴν ἅλωση τῆς Τροίας — τὸ τέλος τόσων κόπων καὶ ἀγώνων, τὴν ἀφορμὴ νὰ μεγαλώσει ἡ περηφάνεια τῶν Ἑλλήνων. Ὅταν ἔφυγε καὶ ὁ τελευταῖος ζωντανὸς στὴν ὀμορφιὰ τῆς Ἑλένης, ἡ Τροία δὲν εἶχε πιὰ σημασία, κυριολεκτικὰ χάθηκε ἀπὸ τὸ ποίημα, ὅπως ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Γιὰ τὴν ἅλωση πληροφορεῖ ἡ Ὀδύσσεια, μέσα ἀπὸ σύντομες καὶ περαστικὲς διηγήσεις ἀνάμικτες μὲ διηγήσεις γιὰ πολλά, μνῆμες παρελθόντος σκορπισμένου στὴν θάλασσα τῶν σημείων καὶ τῶν τεράτων ποὺ ὁδηγοῦν τὸν Ὀδυσσέα στὴν πατρίδα του.

Ἡ Ἰλιάδα εἶναι ἐρωτικὸς χῶρος. Ὁποιαδήποτε ἂν εἰκάζονται ὡς κίνητρα τοῦ πολέμου, ὁ Ὅμηρος τὴν ἀγάπη αὐτή ἔνοιωσε γιὰ πραγματική, καὶ μελετῶντας την ἔστρεψε τὸν ἑλληνικὸ βίο στὸ μεγάλο φῶς του, πρὶν ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει σχεδὸν καμμία σημασία γιὰ μᾶς σήμερα. Στὴν ἁρπαγὴ τῆς Ἑλένης ἀναγνώριζε χωρὶς δισταγμὸ τὴν αἰτία τοῦ πολέμου ὁ Αἰσχύλος, ἔστω ὑποβιβάζοντας τὴν σημασία της, ἀποκαλῶντας τὸν τρωϊκὸ πόλεμο γυναικόποινο[256] — σημάδι κι αὐτὸ τῆς μόνιμης δυνατότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ νὰ ἀφανιστεῖ ἀκριβῶς ὅπως ἡ Τροία, κι ἂς ἔχει δημιουργήσει τὸν πολιτισμὸ ποὺ γνωρίζουμε: ἂν δὲν ἀποπλανοῦν οἱ σειρῆνες τῆς ‘ἐπιστημονικῆς’ νεκρολογίας, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ὅτι ἕνας πολιτισμὸς ἔχει παρελθὸν μόνο ἂν ἔχει παρόν.

Ἂν οἱ ἀρχαῖοι πολεμοῦσαν γιὰ ἐξουσία καὶ πλοῦτο, δὲν θὰ γίνονταν τίποτα πιὸ διαφορετικὸ ἀπὸ τόσες ληστρικὲς ἐθνότητες, ποὺ μὲ κόπο καταγράφει καὶ μὲ βιασύνη προσπερνάει ἡ ἱστορία,[257] ἀκόμη κι ἂν εἶχε ὑπάρξει ὁ Ὅμηρος, θὰ ἀφοπλιζόταν, ὅπως συνέβη στοὺς Ἑβραίους μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.

Τὴν ἁπλὴ αὐτὴ ἀλήθεια ἡ ‘ρεαλιστικὴ’ ἀνάγνωση τῆς ἱστορίας παρακάμπτει, ἴσως ὄχι μεροληπτῶντας ἀλλὰ μέσα στὴν γενική της στενοχώρια καὶ ἀδυναμία ἐκτιμήσεως τοῦ ὑψηλοῦ, ὅπως συμβαίνει, γιὰ παράδειγμα, στὸν Κυριαζόπουλο, γιὰ νὰ περιοριστῶ σὲ ἀξιόλογη περίπτωση ἐρευνητοῦ κατηρτισμένου, ἐργατικοῦ, συγκροτημένου καὶ ἀκόμα εὐφυοῦς, στὴν οὐσία ὅμως ἀπαίδευτου. Διαβάζοντας κείμενά του ὅπως αὐτὰ γιὰ τὸν Ἡρακλῆ,[258] τὸν Ἀπόλλωνα[259] ἢ τὸν Ἡσίοδο,[260] τείνει κανεὶς νὰ σχηματίσει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ γενικὸς διαχρονικὸς θαυμασμὸς γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὀφείλεται σὲ πλάνη καὶ ἐξιδανίκευση, ἐπιμένει δὲ ὅπως ἐφιαλτικὴ πανίσχυρη ἐπιδημία.

Λέγαμε ὅτι, μέσα στὴν ὅποια ἀσημαντότητα τοῦ ἀρχαίου βίου, ἀναπόφευκτη γιὰ κάθε λαὸ σὲ ποικίλους βαθμούς, κάτι ἄλλο καὶ πρωταρχικὸ θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ὑπῆρχε, γιὰ νὰ προκύψει ἡ ἴδια ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Τὸ ἄλλο αὐτὸ δὲν κάνει οὔτε δειλὴ ἐμφάνιση στὰ κείμενα τοῦ Κυριαζόπουλου, ὅπου τὰ πράγματα τείνουν νὰ ἐγκλωβίζονται στὴν πιὸ στενὴ δυνατὴ πολιτικὴ διάσταση, μὲ τὴν ἴδια τὴν φιλοσοφία ἀπὸ Ὁμήρου μέχρι Στωϊκῶν νὰ παρακολουθεῖ κατὰ πόδας τοὺς συσχετισμοὺς πολιτικῶν δυνάμεων καὶ τὶς μεταπτώσεις τῶν πολιτικῶν καταστάσεων. Χαίρομαι ποὺ ἡ σπουδὴ τοῦ ἀσήμαντου μπορεῖ νὰ διαθέτει σημαντικοὺς ἐργάτες, οἱ ὁποῖοι, ἀκόμη καὶ ὅταν παρερμηνεύουν, βοηθοῦν πάντως νὰ βιώνουμε ζωντανὰ τὸ αὐτονόητο, τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἀσημαντότητας σὲ κάθε λαὸ κάθε ἐποχῆς. Ἐδῶ ἂς ἐπιτραπεῖ ἡ παράκαμψη τοῦ βιώματος αὐτοῦ, μέσα ἀπὸ τὴν διαπίστωση ὅτι ἂν οἱ ἀρχαῖοι ἄκουγαν τὸν Ὅμηρο — καὶ ἄκουγαν ὅλοι, ὄχι μόνο οἱ ‘εὐγενεῖς’ — φθάνοντας ὅπου ἔφθαναν, καὶ στὸν “πέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν οὐσία, ὑπερέχοντα σὲ παλαιότητα καὶ δύναμη ἀγαθὸ Θεό”,[261] πάει νὰ πεῖ ὅτι καὶ προηγουμένως καὶ συνεχῶς κάποια Πραγματικότητα εἶχαν.