Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ τοῦ Ἀντίλοχου ὅτι ὁ Πάτροκλος κεῖται νεκρός, σήμαινε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀχιλλέα στὸν πόλεμο καὶ τὴν ἧττα τῶν Τρώων — ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν δευτερεῦον: ὁ Ἀντίλοχος ἔφερε πράγματι θλιβερὴ ἀγγελία.[317] Δὲν χρειαζόταν ὁ θάνατος αὐτὸς γιὰ νὰ κερδηθεῖ ὁ πόλεμος, ἦταν μόνο ἀναγκαία συνέπεια τῆς μή ἀναγκαίας ἄρνησης τοῦ Ἀχιλλέα νὰ πολεμήσει. “‘Πολλές’, λέει ὁ Αἰσχύλος[318], ‘εἶναι οἱ μάστιγες τοῦ τρόμου, τὰ τέρατα ποὺ τρέφει ἡ γῆ … μὰ ποιός θὰ μιλήσει γιὰ τὴν ἀπεριόριστη τόλμη τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος;’

“Ὁ Σοφοκλῆς, εἶναι ἀλήθεια, βλέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀποσπᾶται ἀπὸ αὐτὸ τὸ τρομακτικὸ τοπίο: τὸ ἄμετρο μεγαλεῖο τοῦ εἶναι του ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἱκανότητά του νὰ ὑποτάσσει τὰ φυσικὰ στοιχεῖα, τὴν δυνατότητα ποὺ τοῦ ἔχει δοθεῖ νὰ ἀντλεῖ ἀπὸ τὶς ἴδιες του τὶς δυνάμεις ὅ,τι χρειάζεται γιὰ νὰ θεμελιώσει καὶ νὰ δικαιώσει τὴν ἴδια του τὴν πραγματικότητα. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Σοφοκλῆ, ὅπως καὶ γιὰ τὸν Αἰσχύλο, ὁ ἄνθρωπος παραμένει δεινὸς[[319]] λόγω τῆς ὑπερβολῆς τῆς θέλησής του, λόγω τῆς ὕβρεως ποὺ τὸν ὁδηγεῖ νὰ θέσει σὲ κίνδυνο τὸ σύνολο τῶν σχέσεων ποὺ συγκροτοῦν τὸν κόσμο ποὺ τοῦ ἀνήκει”.[320]

Ἑστιάζοντας στὴν ὀργὴ τοῦ Ἀχιλλέα ὁ Ὅμηρος ἀναγνώριζε ὡς πρωταρχικὸ θεμέλιο τῆς ἀνθρώπινης πράξης καὶ τῆς ἴδιας τῆς ἀποτυχίας της τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία.[321] Στὰ ὁμηρικὰ ἔπη ὁ ἄνθρωπος καταλάβαινε τὸν ἑαυτό του ἀπίστευτα ἐλεύθερο, κι ἐπάνω στὴν φοβερὴ αὐτὴ ἐλευθερία οἰκοδομήθηκε ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία, ἡ ἐλευθερία στὴν συζήτηση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, ἡ νίκη στὴν ὁποία χαρίζει δόξα μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν νίκη στὸν πόλεμο,[322] καὶ ἀκόμα ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου νὰ φέρει τὰ πάντα στὴν διερώτηση.

“Ὁπωσδήποτε ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ δημόσιου βίου στὸν ἑλληνικὸ κόσμο εὐνοοῦσε ἰδιαίτερα τὴν ἔρευνα, τὴν ἱστορία, τὴν ἀμφισβήτηση καὶ τὴν δοκιμὴ τῆς ‘παραδεδομένης γνώμης’, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα. Αὐτὸ δὲν ἴσχυε μόνο γιὰ τὶς μεγάλες κοινότητες, ὅπως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ γιὰ πολὺ μικρὲς καὶ ἄσημες. Δύο μεγάλοι φιλόσοφοι ποὺ ἔζησαν τὴν ἴδια ἐποχὴ — ὁ Δημόκριτος, ὁ πατέρας τῆς ἀτομικῆς θεωρίας, καὶ ὁ Πρωταγόρας — προέρχονται καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὴν μικρὴ πόλη τῶν Ἀβδήρων στὰ παράλια τῆς Θράκης. Τὴν ἴδια πνευματικὴ στάση βλέπουμε καὶ σὲ παλαιότερες περιόδους. Συναντᾶμε ἐκτεταμένη ἀμφισβήτηση τῆς παραδεδομένης σοφίας, ρητὴ καὶ ἔμμεση, στὴν Ἰλιάδα”.[323]

 

ΣΤΟΝ ΗΣΙΟΔΟ καὶ τὴν διάκριση ἐποχῶν τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ σὲ διάκριση ἀνθρωπίνων γενεῶν στὸν βαθμὸ τῆς ἀπομάκρυνσής τους ἀπὸ τὴν θεία ζωή, ἀνάγεται ἴσως ἡ πρώτη ρητὴ στὴν ἑλληνικὴ σκέψη ἀναγνώριση ἀρχαίας πτώσης τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα συμβολίζοντας ὁρίζοντες τῆς ὕπαρξης, δηλαδὴ ἀνοιχτὴ στὴν μεταστροφή της. Ὁ Πλάτων ἐξηγεῖ ὅτι “δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ χαθεῖ τὸ κακό … ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἔχει τὴν διαμονή του ἀνάμεσα στοὺς Θεούς. Ἀναγκαῖα λοιπὸν περιπλανιέται στὴν θνητὴ φύση καὶ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο”.[324]

“Δὲν εἶναι μόνο στὴν Βίβλο ποὺ ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει μὲ ἕνα χαμένο παράδεισο καὶ τελειώνει μὲ ἕνα παράδεισο ξανακερδισμένο. Ὁλόκληρη ἡ ἀρχαία σκέψη κυνηγιέται ἀπὸ τὴν θλίψη γιὰ μιὰ χρυσὴ ἐποχὴ στὸ ἀπώτερο παρελθὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ Χρόνου κάποια μέρα θὰ ἐπανέλθει. Στὴν παλαιότερη φιλοσοφία ὑπετίθετο χωρὶς ἀμφιβολία ὅτι ὁ κόσμος εἶχε μιὰ γέννηση μέσα στὸν χρόνο, καὶ θὰ χαθεῖ γιὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ κάποιον ἄλλο. Δὲν ὑπάρχει τίποτε πουθενὰ στὰ φαινόμενα τῆς Φύσεως ποὺ νὰ ὑπαγορεύει μιὰ τόσο τολμηρὴ θεωρία”.[325]